|
Τεχνικό εγχειρίδιο
9η
έκδοση, 2005
Σελίδες 496
Διαστάσεις 17Χ24
"Φωτογραφία"
Πρόλογος
στην
ένατη έκδοση (2005)
Η
φωτογραφία ήταν το πρώτο βιβλίο που έγραψα το 1986. Όπως κάθε τι πρώτο, με
γέμισε αγωνία, αλλά και μοναδική χαρά. Ήταν ένα βιβλίο που γράφτηκε σιγά-σιγά,
παράλληλα με τα πρώτα χρόνια τής φωτογραφικής μου διδασκαλίας. Έδινα μεγαλύτερο
βάρος τότε στην τεχνική από όσο δίνω σήμερα και ήθελα οι μαθητές μου να είναι
όσο γίνεται καλύτερα καταρτισμένοι. Είχα ήδη διαβάσει σωρεία βιβλίων και
ατελείωτη σειρά σχετικών άρθρων από ειδικευμένα περιοδικά, με πολύ μεγαλύτερο
βέβαια ενθουσιασμό, από εκείνον που εκδήλωνα για τα νομικά συγγράμματα τον καιρό
που ασκούσα ακόμα δικηγορία.
Ακολούθησαν κι άλλα θεωρητικά βιβλία μέχρι σήμερα, πέντε ή
έξι ακόμα, πάντοτε γραμμένα με τη σκέψη στους μαθητές μου και με την επιθυμία
μου να τους εξηγήσω ακόμα καλύτερα αυτά που στα μαθήματα ακουγόντουσαν τόσο
δύσκολα. Ευτυχώς δεν πίστεψα ότι έγινα συγγραφέας και δόξα τω θεώ ακόμα δεν
έγραψα την αυτοβιογραφία μου. Έγινα και εκδότης, μόνο και μόνο για να μη
χρειαστεί να πείσω κανέναν ότι τα βιβλία μου μπορούν να αποκτήσουν αρκετούς
αναγνώστες. Ευτυχώς ούτε εκδότης πίστεψα τελικά ότι είμαι, αφού ούτε αυτού τού
επαγγέλματος έμαθα τα μυστικά. Φωτογράφισα και φωτογραφίζω σε αραιά διαστήματα
και πάντοτε με ιδιαίτερη χαρά. Εν τούτοις ούτε φωτογράφος πιστεύω ότι
νομιμοποιούμαι να δηλώνω, αφού δεν επενδύω όλο μου τον ενθουσιασμό, το πάθος και
τον χρόνο σε αυτή τη δραστηριότητα. Τελικά φαίνεται πως όλα όσα κάνω
συγκεντρώνονται στη μία και κύρια απασχόλησή μου που είναι η διδασκαλία. Το
βιβλίο αυτό, η «Φωτογραφία», ήταν η πρώτη σοβαρή κίνηση που έδειξε ότι το αρχικό
μου πάρεργο που ξεκίνησε το 1981, δηλαδή η διδασκαλία τής φωτογραφίας, επρόκειτο
να γίνει το κέντρο τής ζωής μου.
Πρέπει να ομολογήσω ότι αν και ασχολήθηκα με την εικόνα,
ήμουν πάντοτε άνθρωπος τού λόγου και των κειμένων. Είναι άλλωστε ένας από τους
λόγους που οι σχέσεις μου με την ψηφιακή τεχνολογία δεν είναι άριστες, αφού οι
γνώσεις γύρω από αυτήν στηρίζονται, όπως αναγκάστηκα να καταλάβω, πολύ
περισσότερο στην πρακτική παρά στη μελέτη. Από την αρχή, λοιπόν, πίστεψα ότι
φωτογραφία μαθαίνεις, βέβαια, βλέποντας, αλλά, όπως τα περισσότερα πράγματα,
κυρίως διαβάζοντας. Έτσι προσπάθησα ήδη από το 1986 να διατυπώσω σε όσο γίνεται
πιο καθαρή γλώσσα τα τεχνικά στοιχεία και τις πληροφορίες γύρω από τα βασικά
θέματα τής φωτογραφικής τεχνικής. Παραμέλησα από την πρώτη κιόλας έκδοση τού
βιβλίου τα φωτογραφικά παραδείγματα που θα έπρεπε να συμπεριλάβω, λόγου χάριν
φωτογραφίες τραβηγμένες με διάφορα διαφράγματα που δείχνουν διαφορετικό βάθος
πεδίου, ή φωτογραφίες τυπωμένες με διαφορετικό κοντράστ, ή αρνητικά
υποεμφανισμένα και υπερεμφανισμένα και άλλα παρόμοια. Πέραν τού ότι η
φωτογραφική βιβλιογραφία και τα σχετικά περιοδικά βρίθουν από παρόμοια
παραδείγματα ήθελα να αποφύγω (το ομολογώ ταπεινά) να τρέχω στους δρόμους
τραβώντας την ίδια φωτογραφία με διαφορετικές ταχύτητες, ή να αντιγράφω
φωτογραφικά παραδείγματα από άλλα συγγράμματα.
Στην πρώτη έκδοση είχα το θράσος να συμπεριλάβω, σε ένα
τεχνικό σύγγραμμα σαν κι' αυτό, πολλές ξεκάρφωτες, είναι αλήθεια, καλλιτεχνικές
φωτογραφίες (έτσι έχει επικρατήσει να λέγονται οι φωτογραφίες με περιεχόμενο και
αισθητική άποψη). Ήταν τότε που κανείς δεν γνώριζε την
Cameron
ή τον
Sander (και πολύ λίγοι
τον
Cartier-Bresson).
Σήμερα αντιθέτως που όλοι ισχυρίζονται ότι τους ξέρουν (χωρίς βέβαια να μπορώ να
ελέγξω πόσοι τούς καταλαβαίνουν και πόσοι τούς αγαπούν) και μια και έχω γράψει
άλλα βιβλία που μιλούν γι' αυτούς (και άλλους) φωτογράφους, πιστεύω ότι ήρθε η
ώρα να βγουν απ' το βιβλίο μου, για να περιοριστεί κι αυτό στον κυρίως χώρο του,
που είναι η τεχνική τής φωτογραφίας. Και ας ευχηθώ η μόδα τής φωτογραφίας, που
ενέσκηψε τα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση τής «Φωτογραφίας», να συμβάλει και στη
μόδα των καλών φωτογράφων.
Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη φωτογραφία, και μάλιστα
όταν έφτιαξα και το φωτογραφικό κατάστημα «Φωτοχώρος», διάφοροι επαγγελματίες
τού φωτογραφικού χώρου προσπάθησαν να με πείσουν (για το καλό μου, έλεγαν) ότι ο
σκοτεινός θάλαμος και η ασπρόμαυρη φωτογραφία (αν όχι η φωτογραφία στο σύνολό
της) είχαν πεθάνει. Τα χρόνια που ακολούθησαν, με την άνθηση των σεμιναρίων μου,
με την εξάπλωση των απανταχού τής Ελλάδος φωτογραφικών ομάδων και φωτογραφικών
μαθημάτων, και τέλος με την καλή πορεία αυτού τού πρώτου μου βιβλίου, έδειξαν
ότι οι μάντεις κακών δεν είχαν τόσο δίκιο ή τουλάχιστον ότι έπεσαν έξω στον
χρόνο.
Σε κάθε νέα έκδοση τής «Φωτογραφίας» είχα τον πειρασμό να
τη συμπληρώσω ή να την τροποποιήσω, αλλά αφενός η τεχνολογία δεν είχε να
επιδείξει κάτι ριζικά διαφορετικό και αφετέρου με διασκέδαζε να αφήνω το βιβλίο
να συνεχίζει τον δρόμο του ίδιο και απαράλλαχτο, με την παράξενη φωτογραφία τού
εξωφύλλου του, εν τω μέσω νέων γυαλιστερών και πιο ενημερωμένων συγγραμμάτων.
Ήρθε όμως η ώρα, και μάλιστα πιο απότομα από όσο περιμέναμε, που η τεχνολογία
έφερε τη μεγάλη ανατροπή. Η ψηφιακή εποχή, που στην αρχή έκανε δειλούς
διεμβολισμούς, φαίνεται ότι αποφάσισε να παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της.
Ήξερα ότι όσα και αν προσπαθήσω να μάθω γύρω από τη νέα
αυτή ψηφιακή τεχνολογία (και είναι αλήθεια ότι έχω κάνει προόδους) δεν θα ήμουνα
ποτέ σε θέση να τη διδάξω και ακόμα λιγότερο να την αναλύσω εγγράφως. Είχα όμως
επίσης καταλάβει ότι το μεγάλο σφάλμα των νέων τεχνολογιών ήταν η αλαζονεία των
νέων φανατικών οπαδών τους, που τους έκανε να πιστεύουν ότι ο κόσμος (και εν
προκειμένω η φωτογραφία) ξεκίνησε μόλις τώρα. Ό,τι δηλαδή ακριβώς συνέβη λίγο
νωρίτερα με τη γραφιστική τέχνη, ή με τα κινούμενα σχέδια, ή με την τυπογραφία,
ή με τον κινηματογράφο, όπου η εισβολή και η κυριαρχία των υπολογιστών γέννησαν
μαθητευόμενους μάγους, που πίστεψαν ότι δεν υπήρχε παρελθόν. Αυτό κινδύνεψε (ή
κινδυνεύει ακόμα) να συμβεί και με τη φωτογραφία. Επειδή όμως πλην τού Αδάμ και
τής Εύας (ή καλύτερα πλην τού όφεως) τα πάντα έχουν παρελθόν, έτσι και η
φωτογραφία πρέπει να χρησιμοποιήσει τη νέα τεχνολογία στηριγμένη στο παρελθόν
της.
Η συνεργασία μου με έναν παλιό μαθητή μου, τον Μάνο Λυκάκη,
ο οποίος τα τελευταία δύο χρόνια μάς βοήθησε στον «Φωτογραφικό Κύκλο»
παραδίδοντας ταχύρρυθμα σεμινάρια εισαγωγής στη ψηφιακή φωτογραφία, με έπεισε
ότι ήρθε η ώρα να ανανεώσω και να συμπληρώσω τη «Φωτογραφία», με αναφορά και
ανοίγματα στον νέο κόσμο που φαίνεται ότι μας κατακτά. Ο Μάνος Λυκάκης έχει το
πλεονέκτημα ότι πριν από όλα είναι φωτογράφος, με γνώσεις, αγάπη και σεβασμό για
τη φωτογραφία και με την επιθυμία να εκμεταλλευτεί τη νέα τεχνολογία επ' ωφελεία
τής φωτογραφίας. Επιθυμία που ασφαλώς μοιραζόμαστε όλοι μας.
Ανέλαβε επομένως εξ ολοκλήρου και χωρίς δική μου παρέμβαση
το κομμάτι που αφορά την ψηφιακή τεχνολογία, ενώ το πρώτο μέρος τού βιβλίου
είναι σχεδόν το ίδιο (με πολύ λίγες προσθήκες και αλλαγές) με τις προηγούμενες
εκδόσεις. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά και για να κρατηθούν ο
όγκος και η τιμή τού βιβλίου σε χαμηλά επίπεδα, αφαιρέθηκαν όλες οι παλιές
φωτογραφίες, οι ελλιπείς πλέον πίνακες και τα βιογραφικά σημειώματα των
φωτογράφων και έδωσαν τη θέση τους στο κεφάλαιο τής ψηφιακής φωτογραφίας. Το
κομμάτι τής αναλογικής φωτογραφίας είναι γραμμένο έτσι αναλυτικά και περιγραφικά,
ώστε ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να καταλάβει πλήρως το περιεχόμενό του,
χωρίς τη βοήθεια επεξηγηματικών φωτογραφιών ή διαγραμμάτων. Αν επέλεγα την
προσθήκη τέτοιων οπτικών επεξηγήσεων, τότε ο όγκος τού βιβλίου θα ήταν τεράστιος,
η τιμή δυσπρόσιτη και πιθανόν το κείμενο περιττό. Άλλωστε υπάρχουν πολλά και
καλά βιβλία που καλύπτουν με αυτό τον τρόπο την τεχνική, τουλάχιστον εκείνη που
θα χρειαστεί ένας φωτογράφος που ξεκινάει την ενασχόλησή του με τη φωτογραφία.
Από τα δύο βασικά κεφάλαια που αφορούν την αναλογική
φωτογραφία (Λήψη - Εμφάνιση), το πρώτο που αναφέρεται στη Λήψη παραμένει σχεδόν
εξ ολοκλήρου επίκαιρο και οπωσδήποτε χρήσιμο και κατά την ψηφιακή εποχή που ήδη
έχει ξεκινήσει. Το δεύτερο που αφορά την Εμφάνιση (φιλμ και χαρτιών) ίσως ήδη να
έχει έναν νοσταλγικό χαρακτήρα, αφού υποψιάζομαι ότι λίγοι θα είναι εκείνοι που
θα επιμείνουν τα επόμενα χρόνια να διατηρούν έναν σκοτεινό θάλαμο και να
ασχολούνται με αυτόν. Εν τούτοις η γνώση των διαδικασιών τού θαλάμου είμαι
σίγουρος ότι θα βοηθήσει πολύ στην κατανόηση και την εφαρμογή των διαδικασιών
τής ψηφιακής επεξεργασίας με το
Photoshop,
ακριβώς όπως η γνώση τού σχεδίου και τής μακέτας βοήθησε τους καλούς γραφίστες
να χρησιμοποιήσουν θετικά τα ψηφιακά προγράμματα που τους αφορούν.
Άλλωστε ήδη παρατηρείται, και ίσως για αρκετό διάστημα θα
συνεχίσει, μια ενδιάμεση κατάσταση. Η ψηφιακή τεχνολογία δεν έχει ακόμα
κυριαρχήσει πλήρως. Η ποιότητα των αποτελεσμάτων της δεν έχει φτάσει το επίπεδο
τής αναλογικής. Μπορεί εταιρείες σαν την
Kodak
να σταμάτησαν την παραγωγή ασπρόμαυρων χαρτιών, αλλά άλλες ακόμα συνεχίζουν. Και
τα αργυρούχα φιλμ μπορεί να είναι ακόμα για ένα διάστημα κοντά μας, όπως άλλωστε
και οι αναλογικές μηχανές που υποχωρούν αλλά δεν εξαφανίζονται. Μέχρι τότε
μπορεί κανείς να τραβάει αναλογικές φωτογραφίες και να τις επεξεργάζεται ψηφιακά.
Να έχει δηλαδή την ποιότητα ενός αρνητικού φιλμ και την ευκολία ενός ψηφιακού
θαλάμου. Λήψη με αναλογική μηχανή και κανονικό φιλμ. Σάρωση (σκανάρισμα) τού
αρνητικού σε υψηλή ανάλυση. Επεξεργασία τής φωτογραφίας. Και τέλος, παραγωγή
νέου αρνητικού ή εκτύπωση τελικής φωτογραφίας σε φωτογραφικό χαρτί. Κάτι τέτοιο
επιτρέπει και στις δύο τεχνολογίες να συνυπάρχουν μέχρις ότου η ψηφιακή
αποδείξει την ανωτερότητά της σε όλα τα επίπεδα, κάτι που άλλωστε μάλλον θα
επιτευχθεί.
Το πρόβλημα στη σημερινή εποχή βρίσκεται, όχι τόσο στην
εξέλιξη και στην πρόοδο, πέραν των αμφιβολιών που μπορεί κανείς να έχει σχετικά
με το νόημα και το περιεχόμενο αυτών των όρων, όσο στην ταχύτητα με την οποία
ενσκήπτουν. Η ταχύτητα αυτή δημιουργεί τεράστια προβλήματα προσαρμογής στους
ανθρώπους και αναιρεί την αρχέγονη σειρά μεταλαμπάδευσης αξιών και γνώσεων από
γενεά σε γενεά.
Κανείς μας δεν έχει πείρα αρκετή από την ψηφιακή φωτογραφία
και ακόμα λιγότερο εγώ που εξακολουθώ να προτιμώ την περιπέτεια τής φωτογράφησης
με μια τηλεμετρική
Leica
ή μια κλασική
Hasselblad.
Εν τούτοις θα αποτολμήσω με βάση τις μέχρι σήμερα γνώσεις μας να δώσω μερικές
συμβουλές στους αναγνώστες μου, με την πιθανότητα ότι αν τα επόμενα χρόνια μάς
διδάξουν πράγματα που σήμερα αγνοούμε, να αναγκαστώ σε μια επόμενη έκδοση να τα
αναιρέσω.
Αυτή άλλωστε είναι και η πρώτη μου συμβουλή. Όταν
βρισκόμαστε μπροστά σε μια τόσο δυναμική και σαρωτική τεχνολογική αλλαγή που
επηρεάζει κάθε συμπεριφορά και νοοτροπία, αντί να οχυρωνόμαστε πίσω από
σιβυλλικές (και βολικές) αμφιβολίες, είναι καλό να προσπαθούμε να αναλύσουμε τα
γεγονότα, για να πάρουμε θέση και με το ίδιο θάρρος να την αναιρέσουμε, όταν ο
χρόνος μάς διαψεύσει. Η ταχύτητα των τεχνολογικών επαναστάσεων δεν αντέχει ούτε
δογματισμούς, ούτε καιροσκοπίες.
Υπάρχουν δύο τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς την ψηφιακή
τεχνολογία. Είτε σαν κάτι ολοκληρωτικά καινούργιο, που μπορεί να οδηγήσει σε μια
νέα αυτόνομη μορφή τέχνης, σε νέα αντιμετώπιση τού κόσμου, σε νέα τοποθέτηση των
σχέσεων, σε δημιουργία νέων αξιών, με δυο λόγια σε νέες κατευθύνσεις για νέους
στόχους, είτε σαν ένα εκπληκτικό εργαλείο που μάς βοηθάει να κάνουμε πιο εύκολα
και πιο γρήγορα όσα λίγο ή πολύ μπορούσαμε να κάνουμε και πριν. Επειδή έτσι κι
αλλιώς οι καταιγιστικοί νεωτερισμοί πάντοτε με κούραζαν, είμαι οπαδός τής
δεύτερης προσέγγισης. Και παρά τον σεβασμό μου προς τους υπολογιστές (και
δυστυχώς πλέον και την εξάρτησή μου από αυτούς) φροντίζω να μην ξεχνάω μια
παρατήρηση ενός φίλου, ότι με τους υπολογιστές ο άνθρωπος πέτυχε έναν τρόπο να
κάνει τον μεγαλύτερο αριθμό σφαλμάτων στο μικρότερο χρονικό διάστημα.
Ο βασικός κίνδυνος τής ψηφιακής τεχνολογίας είναι η ευκολία
της. Και όπως κάθε ευκολία μάς παρασέρνει σε μονοπάτια που αλλιώς δεν θα τα
ακολουθούσαμε. Επομένως, η δεύτερη συμβουλή μου είναι να μην επιλέγουμε κάτι
επειδή μας προσφέρεται, αλλά πρώτα να το επιθυμούμε και ύστερα να το επιζητούμε.
Αν κάποτε ο φωτογράφος είχε τον πειρασμό να πειραματίζεται με ό,τι καινούργιο
υπήρχε, σήμερα κάτι τέτοιο δεν έχει κανένα νόημα, αφού σχεδόν όλα υπάρχουν και
προσφέρονται και όσα δεν υπάρχουν ακόμα θα προσφερθούν αύριο. Το πρώτο σχετικό
μάθημα το πήρα όταν πέρασα από το στυλό στο πληκτρολόγιο και στην οθόνη και
άρχισα να γράφω στον υπολογιστή. Τότε έζησα τον πειρασμό, αν όχι την καταπίεση,
τού
cut
and
paste.
Τής δυνατότητας, δηλαδή, να μεταποιεί κανείς συνεχώς το κείμενό του με
αλλεπάλληλες και τόσο εύκολες κοπτοραφές, σε σημείο που κατέληγε σε ένα κείμενο
κουρελού. Και ήταν μάλλον αποδεδειγμένο ότι αυτό συνέβαινε πολύ περισσότερο στα
κείμενα για τα οποία ήταν κανείς αβέβαιος ως προς το περιεχόμενο ή/και τη μορφή
τους, παρά σε εκείνα που ήταν σίγουρος για το τι θα πει και πώς θα το πει. Η
δυσκολία και η κούραση όμως που συνόδευε το γράψιμο με μολύβι και χαρτί
περιόριζαν αναγκαστικά τις χειρουργικές επεμβάσεις τού κειμένου στις απολύτως
απαραίτητες.
Η τρίτη συμβουλή έχει σχέση με έναν βασικό κίνδυνο κατά τη
λήψη των ψηφιακών φωτογραφιών, που οφείλεται στη γοητεία τής μικρής οθόνης που
συνοδεύει τις ψηφιακές μηχανές. Ο φωτογράφος είναι καλό να συνεχίσει να
παρατηρεί τον στόχο του και να συνθέτει το κάδρο του μέσα από ένα καλό οπτικό
σκόπευτρο. Η οθόνη και η απόσταση τού ματιού από αυτήν μετατρέπουν τον φωτογράφο
από επιλογέα στιγμών ζωής και αλήθειας σε επιλογέα εικόνων. Η σχέση μας με την
τηλεοπτική εικόνα και τη βιντεοκάμερα που έχει αποικίσει το μυαλό μας,
παρεμβαίνει στη διαδικασία και δεν μπορούμε να δούμε την οθόνη σαν ένα απλό
μαχαίρι που κόβει (όπως κάνει το σκόπευτρο) κομμάτια τού κόσμου, αλλά την
αντιμετωπίζουμε σαν κινηματογράφηση τής ζωής. Η οθόνη μάς βγάζει έξω από τον
κόσμο.
Ίσως όμως πιο επικίνδυνη να είναι η χρήση τής οθόνης κατά
το επόμενο στάδιο, όταν δηλαδή ο φωτογράφος ελέγχει τι τράβηξε αμέσως μετά τη
λήψη τής φωτογραφίας. Η κίνηση αυτή πλήττει καίρια τον δυϊσμό τής φωτογραφικής
διαδικασίας. Όπως έλεγε ο
Winogrand,
όταν τραβάς φωτογραφίες στον δρόμο, βλέπεις ζωή, και όταν διαλέγεις φωτογραφίες
στο στούντιο, βλέπεις φωτογραφίες. Ήταν αυτό ακριβώς που τον έκανε στο τέλος τής
ζωής του να αρνείται για χρόνια να δει αυτά που είχε τραβήξει, για να μη
διαταράξει τη διαδικασία τής λήψης. Η χρονική σύνδεση και ταύτιση των δύο
σταδίων τής φωτογραφίας τραυματίζει σοβαρά την ουσία της. Αφενός η κρίση τού
φωτογράφου απέναντι σε αυτό που μόλις έχει τραβήξει (και ενδεχομένως βρίσκεται
ακόμη μπροστά του) είναι ανασφαλής και αβέβαιη και αφετέρου επηρεάζει χωρίς
καμία αμφιβολία την επόμενη φωτογραφία του. Έτσι θα είναι αδύνατο να εφαρμόσει
κανείς αυτό που συμβούλευε ο
Cartier-Bresson,
να είναι δηλαδή ο φωτογράφος ελεύθερος από τη χαρά τής επιτυχίας και την
απογοήτευση τής αποτυχίας.
Η τέταρτη συμβουλή έχει και πάλι σχέση με την οθόνη, αλλά
αυτή τη φορά την οθόνη τού υπολογιστή στο επίπεδο τής επεξεργασίας. Για να
επανέλθω στη σχέση τού υπολογιστή με το κείμενο, διαπίστωσα πολύ νωρίς ότι είναι
λάθος να διαβάζει και να ξαναδιαβάζει κανείς ένα κείμενο στην οθόνη για να το
κρίνει και να το διορθώσει. Κατ' αρχάς, υποκύπτοντας στην ευκολία των
συγκολλήσεων, υπερβάλλει στις αλλαγές, με αποτέλεσμα κάθε νέα ανάγνωση να
καταλήγει σε νέες επεμβάσεις χωρίς τέλος. Πέραν όμως από αυτό πιστεύω ότι είναι
σχεδόν αδύνατον να κρίνει κανείς ένα κείμενο αν δεν το διαβάσει γραμμένο (ή
τυπωμένο) σε χαρτί.
Το ίδιο όμως ισχύει και για τις φωτογραφίες. Είναι λάθος να
σπεύδει κανείς να επιλέξει τη φωτογραφία που θέλει να κρατήσει και να
επεξεργαστεί αμέσως μετά τη λήψη και μάλιστα κρίνοντας μέσα από την οθόνη τού
υπολογιστή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει και πάλι να ακολουθήσουμε την πείρα τού
παρελθόντος. Όπως από ένα κοντάκτ διαλέγαμε τις σχετικά πιο ενδιαφέρουσες
φωτογραφίες, τις τυπώναμε σε μικρά μεγέθη και ζούσαμε ένα διάστημα με αυτές,
μέχρι να αποφασίσουμε, έχοντας τον χρόνο σύμμαχο και συνεργάτη, για το ποια
τελικώς μας ενδιαφέρει, το ίδιο πρέπει να γίνεται και με τον υπολογιστή. Να
τυπώνουμε πρόχειρα και χωρίς λεπτομερείς επεξεργασίες εκείνες τις φωτογραφίες
που φαίνεται πως έχουν κάποιο ενδιαφέρον και μετά από ένα διάστημα και αφού
επιλέξουμε τις καλύτερες, να περνούμε στις επεμβάσεις για μια καλύτερη
παρουσίαση. Τότε θα ξέρουμε άλλωστε ποιες εμβάσεις απαιτούνται και δεν θα
παρασυρόμαστε πλέον από παραπλανητικές δοκιμές όλων των δυνατοτήτων τού
προγράμματος επεξεργασίας, δοκιμές που μας απομακρύνουν από τη σχέση μας με την
αρχική εικόνα. Αν αυτή η σχέση δεν μας απασχολεί, τότε δεν υπάρχει καν λόγος να
τραβάμε φωτογραφίες.
Σε γενικές πάντως γραμμές ο φωτογράφος πρέπει να πολεμήσει
με κάθε τρόπο τη φλυαρία των νέων μέσων. Όσο η τεχνολογία εξελίσσεται και
προσφέρει περισσότερες δυνατότητες με μείωση τού χρόνου, τού κόστους και των
δυσκολιών, τόσο περισσότερο ο φωτογράφος πρέπει να πειθαρχεί, να ανθίσταται και
πάνω από όλα συνεχώς να επιλέγει. Το κάθε πάτημα τού κουμπιού πρέπει να
πιστοποιεί μια σημαντική κατάφαση, ένα τεράστιο ΝΑΙ, όπως έλεγε και ο
Cartier-Bresson.
Η απουσία φιλμ και χημικών δεν κάνει τη φωτογραφία ευκολότερη.
Δεν ξέρω αν θα υπάρξει και δέκατη έκδοση τής «Φωτογραφίας».
Είναι όμως πιθανόν η τεχνολογία να την καταστήσει εξολοκλήρου άχρηστη. Ίσως στα
μουσεία να μην καταλήξουν μόνον οι αναλογικές μας μηχανές, αλλά και τα βιβλία
μας. Αυτό πάντως που είναι αναμφισβήτητα ενδιαφέρον είναι ότι ο καλπασμός τής
τεχνολογίας αφαίρεσε από τους ανθρώπους την ψευδαίσθηση των βεβαιοτήτων. Τώρα
πια όλοι γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν σταθερές.
Πρόλογος
στην έβδομη έκδοση (1997)
Γιατί γράφτηκε η "Φωτογραφία"
Όταν πριν από δεκαέξη περίπου
χρόνια άρχισα να γράφω το κείμενο αυτού τού βιβλίου, δεν φανταζόμουνα πως θα
έφτανε κάποτε να γίνει βιβλίο, ούτε πως θα είχε τόση επιτυχία, ούτε ακόμα πως
εγώ, δικηγόρος και φανατικός ερασιτέχνης φωτογράφος, θα γινόμουνα κατά κύρια
απασχόληση δάσκαλος φωτογραφίας.
Είχα αρχίσει τότε να γράφω, για
να οργανώνω τα πρώτα μου μαθήματα φωτογραφίας και να δίνω σημειώσεις στους
μαθητές μου. Η σκέψη για ένα βιβλίο γεννήθηκε όταν οι σημειώσεις μου πληθύνανε
και ο όγκος τους μπορούσε να με βάλει σε έναν τέτοιο πειρασμό. Είναι αλήθεια
βέβαια πως ένοιωσα παράξενα, ίσως και λίγο ανόητος, τότε που ο Garry Winogrand (για
λίγο καιρό δάσκαλός μου) έσκασε στα γέλια, όταν κάποτε στην Αμερική με ρώτησε τι
στο καλό γράφω κάθε μέρα κι αναγκάστηκα να ομολογήσω πως δεν ήταν παρά ένα
βιβλίο τεχνικής. Εν τούτοις, χωρίς να ξέρω αν αυτό το βιβλίο ήταν και είναι
ιδανικό, αισθανόμουνα οτι ήταν απαραίτητο για τους μαθητές μου, γιατί πιστεύω
οτι οποιαδήποτε γνώση, είτε τεχνικής είτε αισθητικής φύσεως, πρέπει να περάσει
και μέσα από τα βιβλία. Στο κάτω-κάτω ας μην ξεχνάμε και την απλοϊκή ρήση τών
παλιών δημοδιδασκάλων "τα βιβλία τα καημένα όλα τάχουνε γραμμένα". Μόνο που δεν
είναι σίγουρο πως τάχουνε γραμμένα πάντοτε σωστά, ούτε με σαφήνεια διατυπωμένα
και ταξινομημένα. Κι είναι γεγονός πως κι εγώ έμαθα φωτογραφία μέσα από άπειρα
βιβλία και άλλα τόσα περιοδικά, που όλα είχαν κάτι να με διδάξουν, αλλά τα
περισσότερα είτε με άτακτη μέθοδο είτε με άνισους στόχους.
Το περιεχόμενο τού
βιβλίου
Το πρώτο πρόβλημα που ένα βιβλίο
πρέπει να λύσει είναι να βρεί το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Κι εγώ δεν
μπορούσα παρά να απευθυνθώ σε ένα κοινό που μού έμοιαζε. Δηλαδή σε ανθρώπους που
θέλανε να ασχοληθούν πολύ σοβαρά με τη φωτογραφία, όχι όμως για να γίνουν
επιστήμονες τής τεχνικής, αλλά για να μπορέσουν πέρα από τεχνικά εμπόδια να
αφοσιωθούν στη δημιουργική πλευρά τού φωτογραφικού μέσου.
Αν σήμερα ξανάγραφα το ίδιο
βιβλίο ίσως να έγραφα λιγότερα και όχι περισσότερα. Θάταν όμως αστείο να
κυκλοφορήσει μια νέα έκδοση η οποία αντί να αυτοχαρακτηρίζεται, όπως συνήθως
συμβαίνει, ως "επηυξημένη και βελτιωμένη", να φέρει λόγου χάριν τον υπότιτλο
"νέα έκδοση μικρότερη και απλοποιημένη". Εν τούτοις μετά από χρόνια πείρας στη
διδασκαλία τής φωτογραφίας, και μάλιστα σε κοινό που κυμαίνεται από την ηλικία
τής πρώτης Γυμνασίου μέχρι τη συνταξιοδότηση, μπορώ να πω οτι αρκεί κάποιος να
μάθει πολύ καλά τις βασικές αρχές τής φωτογραφίας (κι αυτές δεν είναι και τόσο
πολλές), ώστε να μπορέσει να ψάξει μόνος του, αν εν συνεχεία θέλει, όλες τις
ειδικές τεχνικές και επιστημονικές λεπτομέρειες, είτε με την πρακτική εφαρμογή
είτε μέσα από πιο εξειδικευμένα εγχειρίδια. Θα αφαιρούσα λοιπόν όλα όσα
παραπέμπουν ή αναφέρονται σε επιστημονικές (ή και επιστημονικοφανείς) εξηγήσεις,
για να κάνω πιο προσιτά, πιο εύκολα και λιγότερο απειλητικά όλα όσα επιβάλλεται
ένας φωτογράφος να γνωρίζει, έστω και αν δεν μπορεί να τα ερμηνεύσει
επιστημονικά. Αυτό όμως μπορεί να είναι το περιεχόμενο ενός νέου βιβλίου, όταν
θα βρω τον χρόνο και την επιθυμία να το γράψω.
Τα "ξεκάρφωτα"
Κάτι άλλο επίσης που δεν εγνώριζα,
όταν κυκλοφόρησε η πρώτη έκδοση τής "Φωτογραφίας", ήταν πως θα ακολουθούσε ο
"Μονόλογος για τη Φωτογραφία" και οι "Σκέψεις για τη Φωτογραφία", δύο βιβλία μου
που πραγματεύονται μερικά από τα θεωρητικά θέματα τής φωτογραφίας που με
απασχολούν ή με καίνε. Θέλησα κατά συνέπειαν τότε, να προσθέσω μερικά από
εκδοτικής σκοπιάς "ξεκάρφωτα" για ένα βιβλίο τεχνικής. ΄Οπως ο πρόλογος που
αναφερόταν σε θέματα καλλιτεχνικής φωτογραφίας, οι βιογραφίες τών μεγάλων
φωτογράφων που με είχαν κάνει με το έργο τους να αγαπήσω τη φωτογραφία, οι
διάσπαρτες καλλιτεχνικές φωτογραφίες που εικονογραφούσαν το κείμενο και τέλος η
"απαράδεκτη" για εξώφυλλο αγαπημένη μου φωτογραφία τής Julia Margaret Cameron.
Αυτά τα ξεκάρφωτα όμως είχαν και έναν σκοπό. Αυτόν τής έμμεσης εκπαίδευσης τών
αναγνωστών. Γιατί δεν είναι καθόλου σίγουρο πως ο αγοραστής ενός τέτοιου βιβλίου
θα έδειχνε και ενδιαφέρον για καλλιτεχνικές φωτογραφίες ή για βιογραφίες
φωτογράφων. Τώρα όμως θα ήταν σχεδόν αναγκασμένος να τις προσεγγίσει. Και
πράγματι, υπήρξε μεγάλη η χαρά μου κατά τη διάρκεια διαλέξεων και σεμιναρίων, να
διαπιστώνω τον ενθουσιασμό τού ακροατηρίου, κάθε φορά που εμφανιζόταν στην οθόνη
μια φωτογραφία από αυτές τού βιβλίου, με τις οποίες μέρος τού κοινού ήταν ήδη
εξοικειωμένο και τις οποίες αναγνώριζε.
Από την άλλη μεριά ίσως το βιβλίο
αυτό νάπρεπε να ονομαστεί "Μαθήματα φωτογραφίας" ή "Εγχειρίδιο φωτογραφίας",
αλλά ο φόβος μου μήπως έτσι απομακρυνθεί ένα μέρος τού κοινού, στο οποίο η
τεχνική προξενεί φόβο, με έκανε να υιοθετήσω τον ανώδυνο και γενικό τίτλο που
φέρει.
Οι αλλαγές σε μια
δεκαετία
Στα χρόνια που πέρασαν από την
πρώτη έκδοση τής "Φωτογραφίας" (1986), αλλάξανε λιγότερα από όσα περίμενε κανείς
από μια δεκαετία. Βέβαια, είναι πλέον δύσκολο να τυπώσει κανείς βιβλίο με
πολυτονικό σύστημα, κι έτσι αυτός ο πρόλογος θα διαφέρει από το κυρίως κείμενο
τού βιβλίου, μια και είναι τυπωμένος μονοτονικά. Δεν ωφελεί, νομίζω, να
συνεχίσει να δίνει κανείς μάχες για ήδη χαμένους πολέμους, όπως για το προσφιλές
μου πολυτονικό. Ας προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε τουλάχιστον το μονοτονικό. ΄Αλλωστε,
ας διαφυλάξουμε το σφρίγος τής αντίστασής μας για άλλες μοντερνίζουσες
παρεκτροπές με δραματικότερα αποτελέσματα.
Η φωτογραφική όμως τεχνική, που
είναι και το κύριο θέμα τού βιβλίου, στη βάση της παρέμεινε η ίδια. Προστέθηκαν
καλύτερα φιλμ, καλύτερα χαρτιά, καλύτεροι εμφανιστές, διαφορετικές μηχανές και
βέβαια ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια τής ψηφιακής εικόνας, που χωρίς αμφιβολία θα
ανατρέψει πολλά από όσα σήμερα θεωρούμε αναμφισβήτητα. Στις γραμμές που
ακολουθούν θα προσπαθήσω σύντομα να επισημάνω κατά κατηγορία τις αλλαγές και
τους νεωτερισμούς που πρέπει ένας φωτογράφος να γνωρίζει, πέρα από όσα ήδη το
βιβλίο αυτό γράφει.
Μηχανές
Με εξαίρεση τις ψηφιακές μηχανές
για τις οποίες θα γίνει αναφορά πιο κάτω, τίποτα πραγματικά καινούργιο δεν
φάνηκε αυτά τα χρόνια. Η τάση στον χώρο τών ρεφλέξ 35 χιλιοστών ήταν αρχικά προς
μηχανές όλο πιο ηλεκτρονικές, με ενσωματωμένα winder, μερικές φορές και
ενσωματωμένα μικρά φλάς, με επιλογή πολλών προγραμμάτων, με αυτόματη εστίαση και
με λειτουργική φιλοσοφία που παρέπεμπε περισσότερο στις συνήθειες ενός χρήστη
ηλεκτρονικού υπολογιστή παρά ενός παραδοσιακού φωτογράφου. Οι οθόνες και τα
πλήκτρα έτειναν να αντικαταστήσουν οριστικά τους διακόπτες και τις βελόνες. Εν
τούτοις, τελευταία, οι κατασκευάστριες εταιρείες υπακούοντας ως φαίνεται σε
επιθυμίες πολλών φωτογράφων, άρχισαν να επανέρχονται στον παραδοσιακό σχεδιασμό,
κάτω από τον οποίον κρύβεται βέβαια στρατιά από μικροτσίπ.
Μια άλλη αξιοπρόσεχτη τάση στις
περισσότερες εταιρείες είναι η διατήρηση, και μερικές φορές η επαναφορά στην
παραγωγή, ενός μοντέλου μηχανικού και αποκλειστικά παραδοσιακού. Φαίνεται πως το
μήνυμα είναι οτι η σταθερότητα και η σιγουριά, που ένα τέτοιο σώμα μηχανής
εξασφαλίζει στον φωτογράφο, δεν είναι κάτι που οι εταιρείες μπορούν να
αγνοήσουν. Πόσο μάλλον, όταν η τεχνολογία τών ηλεκτρονικών μηχανών εξελίσσεται
με τέτοια ταχύτητα, ώστε αν, για παράδειγμα, ένα σύστημα αυτόματης εστίασης
εθεωρείτο πέρυσι αξιόπιστο και γρήγορο, φέτος να αντιμετωπίζεται ως αναξιόπιστο
και αργό. Κάτι που κάνει και την επισκευή τέτοιων μηχανών ασύμφορη και την αξία
μεταπώλησής τους μηδαμινή. Ενώ αντίθετα η αξία τών κλασικών μηχανών φαίνεται πως
όχι μόνον είναι σταθερή, αλλά και ανερχόμενη.
Μια άλλη τάση είναι η εμφάνιση
πολλών καλών και, κατά συνέπειαν, ακριβών μικρών (compact ή όχι τόσο compact)
μηχανών. Η ποιότητα τής κατασκευής τους και τών φακών τους τις κάνει να
συναγωνίζονται την βασική μηχανή τού φωτογράφου και συχνά να την αντικαθιστούν.
΄Αλλες από αυτές είναι τηλεμετρικές, άλλες αυτόματης εστίασης, άλλες και τα δύο,
άλλες έχουν σταθερό φακό, άλλες ζούμ και άλλες δυνατότητα επιλογής ανάμεσα από
περισσότερους. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη, γιατί ξεκαθαρίζει κάπως
το τοπίο και στον χώρο τών 35mm μηχανών. Σήμερα πλέον ο "σοβαρός" φωτογράφος
μπορεί να επιλέξει μιαν ακριβή και αξιόπιστη μηχανή ρεφλέξ, ή (διαζευκτικά ή
παρράλληλα) μιαν ακριβή και αξιόπιστη compact. Ενώ ο ευκαιριακός φωτογράφος (ή,
για μερικούς, ο φωτογράφος τών διακοπών) μια σχετικά αξιόπιστη μικρή compact και
φθηνή μηχανή (με αυτόματη εστίαση και φακό ζούμ), ή μια σχεδόν εξίσου φθηνή και
σχεδόν αξιόπιστη μηχανή ρεφλέξ με εναλλάξιμους φακούς. Ενδιαφέρον επίσης
παρουσιάζει το γεγονός οτι στην κατηγορία τών compact μηχανών έσπασε το
μονοπώλιο ποιότητας τών μεγάλων τής ιαπωνικής βιομηχανίας (Nikon-Canon-Olympus-Pentax-Minoltα-Contax)
και βλέπουμε πλέον μηχανές αξιώσεων και από εταιρείες που δεν διακρίνονται για
τις ρεφλέξ μηχανές τους. Η τηλεμετρική Leica εξακολουθεί να κινείται σε έναν
κόσμο ξεχωριστό, παρά τις φήμες που θέλανε κι άλλες γνωστές εταιρείες να
κυκλοφορούν παρόμοια μοντέλα, μια και τελικά όλες προτίμησαν τις ενδιάμεσες
λύσεις ανάμεσα σ'αυτό που εκπροσωπεί η Leica και στη μόδα τών μικρών
ηλεκτρονικών και αυτόματων μηχανών.
Στον χώρο τών μηχανών μεσαίου
φορμά σημειώθηκε επίσης μεγάλη άνθηση και αυξημένη ζήτηση. Τώρα πλέον μπορεί να
διαλέξει κανείς σχεδόν ό,τι και στις μηχανές 35 mm. Από ρεφλέξ με εναλλάξιμους
φακούς, σε τηλεμετρικές με εναλλάξιμους φακούς, μέχρι και ηλεκτρονικές με
αυτόματη εστίαση. Και για όλες τις διαστάσεις μέχρι και πανοραμικές. Και μερικές
φορές μέσα από τον κατάλογο τής ίδιας εταιρείας. Υπάρχει βέβαια πάντοτε το
πρόβλημα τού κόστους, μια και οι φτηνές μηχανές σ'αυτήν την κατηγορία σπανίζουν.
Οι μηχανές μεγάλου φορμά
παρέμειναν περίπου στα ίδια πλαίσια εξέλιξης με την προσθήκη μερικών
ηλεκτρονικών εξαρτημάτων και βέβαια με την μεγάλη εξαίρεση, για την οποία θα
γίνει λόγος πιο κάτω, τής ψηφιακής πλάτης.
Στις μηχανές στιγμιαίας εμφάνισης
η κυριαρχία πλέον τής Polaroid είναι απόλυτη και νομικά κατοχυρωμένη. Η εταιρεία
αυτή εκτός από τις πολύ καλές μηχανές, οι οποίες σε όλη την κλίμακά τους από τις
πολύ φθηνές μέχρι τις σχετικά ακριβές δεν είναι παράλογα κοστολογημένες,
προσφέρει και ποικιλία φιλμ. Η υψηλή τιμή τών τελευταίων ανταποκρίνεται στο
γεγονός οτι ο φωτογράφος αποκτά ταυτόχρονα και έτοιμη φωτογραφία, αλλά αποτελεί
και αιτία να αυξηθεί πολύ το κόστος τής φωτογράφησης, αν ο χειριστής της κατά
την φωτογράφηση λησμονήσει την τιμή αυτή. Εξάλλου η επιτυχία τής Polaroid
οφείλεται στο γεγονός οτι πέραν τών επαγγελματιών, στους οποίους προσφέρει τη
δυνατότητα να δούν το προϊόν τους την ώρα τής παραγωγής του, ώστε ενδεχομένως να
το διορθώσουν, κέρδισε πολύ μεγάλη μερίδα τών "εικαστικών" (όπως έχει
επικρατήσει να λέγονται) φωτογράφων. Οι φωτογράφοι αυτοί χρησιμοποιούν τα
στιγμιαία φιλμ λόγω τής "μοναδικότητάς" τους, που προσδίδει αξία στο έργο, λόγω,
επίσης, τής φιλοσοφικής σημασίας μιας εικόνας που παράγεται και υπάρχει αμέσως
και παράλληλα με τον χρόνο τον οποίον αποτύπωσε, και, τέλος, λόγω τής
δυνατότητας να αποκολληθεί η "εμουλσιόν" τού φιλμ και να επικολληθεί σε
οποιαδήποτε επιφάνεια.
Κάτι σαφώς καινούργιο αποτελεί η
παρουσία τoύ νέου συστήματος (μηχανών και φιλμ) που έγινε γνωστό ως APS (Advanced
Photo System). Ο χρόνος θα δείξει αν θα είναι επιτυχία ή απεγνωσμένη εμπορική
απόπειρα. Με το APS ο φωτογράφος έχει στη διάθεση του μηχανές ελαφρώς μικρότερες
από τις compact, σε τιμές αντίστοιχες ή ακριβότερες, για να χρησιμοποιεί ένα
φιλμ με μικρότερη επιφάνεια, άρα λίγο χειρότερο σε απόδοση από τα συμβατικά.
Βέβαια, οι μεγάλες εταιρείες παραγωγής μηχανών και φιλμ που το ξεκίνησαν, μέσα
στις οποίες περιλαμβάνονται η Kodak και η Fuji, φρόντισαν να βελτιώσουν και την
ποιότητα τού φιλμ σε σχέση με τα υπάρχοντα τών 35mm. ΄Οπως όμως είναι φυσικό η
τεχνολογία αυτή περνάει σιγά-σιγά και στα άλλα φιλμ, έτσι ώστε η διαφορά
ποιότητας να διατηρείται. Το APS, αντί τών γνωστών διατρήσεων τού φιλμ, φέρει
ψηφιακά εγγεγραμμένες πληροφορίες για τις συνθήκες λήψεως διευκολύνοντας το
αυτόματο μηχάνημα να κάνει καλύτερες εκτυπώσεις. Μπορεί επίσης από το ίδιο
αρνητικό καρέ να αποδώσει κανονικές ή πανοραμικές φωτογραφίες ανάλογα με την
επιθυμία τού φωτογράφου σε κάθε επανεκτύπωση. Μαζί με το εκτυπωμένο φιλμ
παραδίδεται και κοντάκτ, δηλαδή το σύνολο τών φωτογραφιών "εξ επαφής". Τέλος, με
τη βοήθεια ειδικού εξαρτήματος, μπορούν οι φωτογραφίες τού APS να περάσουν
απευθείας από το φιλμ στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ψηφιοποιημένες. Για την ώρα το
APS απευθύνεται στον "φωτογράφο τών διακοπών", μπορεί όμως αργότερα η εμπορική
του επιτυχία να οδηγήσει σε βελτιώσεις, που θα το καταστήσουν ελκυστικό και για
πιο σοβαρούς χρήστες.
Τέλος, πολύ μεγάλη διάδοση έχουν
τα τελευταία χρόνια οι μηχανές μιάς χρήσεως, που τελικά δεν γνωρίζει κανείς αν
πρέπει να καταταγούν στο κεφάλαιο τών μηχανών ή σε εκείνο τών φιλμ. ΄Ολες οι
εταιρείες κατασκευής φιλμ (Kodak, Fuji, Agfa, Konica και Ilford) έχουν
κυκλοφορήσει μηχανές-φιλμ συχνά με φλας, με ευρυγώνιους ή τηλεφακούς, με
πανοραμικά μεγέθη, για υποβρύχιες λήψεις, για μαυρόασπρες φωτογραφίες ή ακόμα
και με χρωμογενικά φιλμ.
Οι φακοί
Οι φακοί έτσι κι αλλιώς δεν είχαν
μεγάλα περιθώρια εξέλιξης. Οι καλοί φακοί παρέμειναν καλοί, γιατί δύσκολα
γινόντουσαν καλύτεροι, και οι μέτριοι βελτιώθηκαν με τη βοήθεια τών ηλεκτρονικών
υπολογιστών. Τα ζούμ επεκτάθηκαν ακόμα περισσότερο, και είναι αλήθεια πως κι
αυτά βελτιώθηκαν, αν και δεν φτάνουν την ποιότητα τών σταθερών φακών. Συχνά
παρατηρήθηκε η παραγωγή φακών, από κατασκευαστές μηχανών ή ανεξάρτητους, με
αστιγματική ή σφαιρική διόρθωση, κάτι που ανεβάζει λίγο την ποιότητα, κυρίως στα
ανοιχτά διαφράγματα, όχι όμως τόσο που να δικαιολογεί την τεράστια δοαφορά
τιμής. Η έρευνα, τέλος, γύρω από τους φακούς αυτόματης εστίασης κινήθηκε στην
κατεύθυνση τής ταχύτερης αντίδρασης και στην μείωση τού θορύβου τών μηχανισμών.
Τα φωτόμετρα
Τίποτα ιδιαίτερο δεν
παρουσιάστηκε και στον χώρο τών φωτομέτρων, πέρα από μια κυριαρχία πλέον τών
ψηφιακών ενδείξεων με οθόνες υγρών κρυστάλλων και κατάργηση τής βελόνας. Τα
φωτόμετρα έγιναν ακριβέστερα (όχι κατ'ανάγκην ακριβότερα) και πιο ευαίσθητα. ΄Αλλωστε
η βελτίωση τών ενσωματωμένων στις μηχανές φωτομέτρων περιόρισε αποκλειστικά τη
χρήση τών φωτομέτρων χειρός στους επαγγελματίες ή σοβαρούς ερασιτέχνες που
διαθέτουν μηχανές μεσαίου ή μεγάλου φορμά.
Τα φλας
Η τρομακτική εξειδίκευση τών
dedicated φλας τών εταιρειών που κατασκευάζουν μηχανές (ακόμα και φλας που
παρακολουθούν αυτόματα την εστίαση και το ζουμάρισμα) έφερε προς στιγμήν μια
ταραχή στην αγορά τών κατασκευαστών ανεξάρτητων φλας. Εν τούτοις το κενό γρήγορα
συμπληρώθηκε, μόνο που πλέον η τιμή ενός καλού φλας ανεξάρτητου κατασκευαστή δεν
απέχει πολύ από εκείνην τού φλας τής μηχανής. Βελτιώθηκαν σημαντικά οι μπαταρίες
τών πιο δυνατών φλάς, ακολουθώντας άλλωστε την γενική εξέλιξη τών μπαταριών για
κάθε είδος. Τέλος, παρατηρήθηκε μια αύξηση προσφοράς μοντέλων στην περιοχή που
γεφυρώνει τα φορητά φλας με εκείνα τού στούντιο. ΄Ολο και περισσότερα κιτ μικρο-μεγάλων
φλας, μάλλον φτηνά και πολύ αξιόπιστα, προσφέρονται για κάποιον που θέλει να
έχει μαζί του ("on location") αρκετή ισχύ σε watt και ευελιξία στη χρήση και
ενδεχομένως να μπορεί να χρησιμοποιήσει και τα ίδια φλας σταθερά στο στούντιό
του.
Τα φίλτρα
Η μόδα τών φίλτρων φαίνεται να
πέρασε οριστικά. Τώρα πλέον σπανίως θα δούμε φωτογραφίες με ειδικά εφφέ. Οι νέοι
φωτογράφοι θα αγοράσουν ένα πολωτικό, ένα UV, ένα κιτρινοπράσινο και, το πολύ,
ένα ουδέτερης πυκνότητας. ΄Αλλωστε και η φασματική απόκριση τών νέων μαυρόασπρων
φιλμ εξισορροπήθηκε κάνοντας σχεδόν περιττή τη χρήση ενός διορθωτικού φίλτρου
κοντράστ, ενώ η ηλεκτρονική επεξεργασία τής εικόνας δίνει πολύ μεγαλύτερες
δυνατότητες στους μανιακούς τών επεμβάσεων από ό,τι μια σειρά ειδικών φίλτρων.
Τα φιλμ
Οι σημαντικότερες εξελίξεις την
τελευταία δεκαετία σημειώθηκαν γενικά στις φωτοευαίσθητες επιφάνειες. Τα φιλμ,
μαυρόασπρα και έγχρωμα, βελτιώθηκαν εκπληκτικά. Από τη νέα τεχνολογία T-Grain
(θα το αποδίδαμε ελεύθερα ως "επίπεδο κόκκο"), που αναπτύχθηκε αρχικώς για τα
έγχρωμα φιλμ, ωφελήθηκαν και τα μαυρόασπρα. ΄Ετσι, η νέα γενιά μαυρόασπρων φιλμ
τής Kodak (Τ-ΜAX), τής Ilford (Delta) και τής Fuji (Neopan) υπερτερούν σαφέστατα
έναντι τών παλαιοτέρων σε κόκκο, σε φασματική απόκριση και σε λεπτομέρειες τών
σκιερών. Μόνο που χρειάστηκε (και ίσως χρειάζεται ακόμα) καιρός για να παραχθούν
και οι κατάλληλοι εμφανιστές γι αυτά. Θα λέγαμε λοιπόν οτι αυτά τα φιλμ απαιτούν
μεγαλύτερη προσοχή στο χειρισμό τους και ειδικά κατά την εμφάνιση. Υπάρχουν
βέβαια αρκετοί φωτογράφοι που δυσκολεύονται να αφήσουν τα παλαιότερα φιλμ, είτε
λόγω συνήθειας (και η εκρίζωση τής συνήθειας ενός φωτογράφου είναι σισύφιο
έργο), είτε λόγω επιθυμίας διατήρησης μερικών εφφέ, όπως είναι για παράδειγμα ο
πιό έντονος κόκκος που δίνει μιαν αδρότητα στη φωτογραφία και που κατά την άποψη
μερικών ταιριάζει στη φωτογραφία ρεπορτάζ.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η
επιστροφή τού ενδιαφέροντος στα χρωμογενικά ή χρωμογεννητικά φιλμ, εκείνα δηλαδή
που εμφανίζονται με τη έγχρωμη διαδικασία C-41. Τα φιλμ αυτά μπορούν να
αξιοποιήσουν το αναζωπυρωμένο ενδιαφέρον τού κοινού προς τη μαυρόασπρη
φωτογραφία, προσφέροντας τη δυνατότητα στους ευκαιριακούς φωτογράφους να
εμφανίσουν τις φωτογραφίες τους στα μηχανήματα μιας ώρας. Εν τούτοις η ποιότητά
τους είναι πολύ βελτιωμένη, έτσι ώστε να μην υπάρχει λόγος να τα αποφεύγουν και
οι σοβαροί φωτογράφοι. Η εκτύπωση βέβαια τών φωτογραφιών από τα αυτόματα
μηχανήματα δεν είναι ιδανική. Αν χρησιμοποιήσουν το έγχρωμο χαρτί που
χρησιμοποιούν και για τα υπόλοιπα φιλμ θα βγούν φωτογραφίες με ελαφρά απόχρωση
(με τάση προς το μπλέ ή το καφέ). Αν χρησιμοποιήσουν το ειδικό μαυρόασπρο χαρτί
τής Kodak γι αυτά τα μηχανήματα, η φωτογραφία θα είναι καλύτερη, αλλά και πάλι
δεν θα έχει καμμία σχέση με την φωτογραφία τυπωμένη από το ίδιο φιλμ σε κανονικό
εκτυπωτή και με κανονικό χαρτί. Μόνο που θα χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί
υψηλότερος δείκτης κοντράστ κατά την εκτύπωση. Σήμερα κυκλοφορούν τρία τέτοια
φιλμ (μετά την προ πολλού καιρού κατάργηση τού πρωτοπόρου Vario-XL τής Agfa).
Πρόκειται για το XP2 τής Ilford (εξέλιξη τού XP1), τού T-MAX 400 CN τής Kodak
και τού Monochrome VX400 τής Konica. ΄Αλλα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά αυτών τών
φιλμ είναι ο πολύ μικρός κόκκος ακόμα και σε σύγκριση με τα μαυρόασπρα φιλμ νέας
γενιάς, η μείωση και αυτού τού ήδη χαμηλού κόκκου τους αν υπερεκτεθούν, και το
ασυνήθιστα μεγάλο εύρος ανοχής τους κατά την εκφώτιση, που καλύπτει δύο στοπ
υπερέκθεσης και 2 έως 3 στοπ υποέκθεσης.
Μια νέα παρουσία στον χώρο τών
ιδιόρρυθμων φιλμ είναι και το SFX τής Ilford. Πρόκειται για ένα φιλμ με
ευαισθησία που καλύπτει και μέρος τού υπέρυθρου φάσματος, αλλά με πολύ
μεγαλύτερη ευκολία χρήσεως από τα κλασικά υπέρυθρα.
Τα μαυρόασπρα φιλμ σε διαφάνειες
παρουσίασαν επίσης διάφορες εξελίξεις με πρώτη την κυκλοφορία ειδικού κιτ
χημικών τής Kodak με το οποίο εμφανίζεται σε αντιστροφή (slides) κάθε μαυρόασπρο
φιλμ (κατά προτίμηση χαμηλής ευαισθησίας) και δεύτερη την κυκλοφορία τού
θαυμάσιου φιλμ αντιστροφής τής Agfa, το Scala, με ευαισθησία 200 ASA.
Η εξέλιξη τών έγχρωμων φιλμ
υπήρξε ακόμα συγκλονιστικότερη σε ποιότητα χρωμάτων, μέγεθος κόκκου και διάρκεια
ζωής (το μεγάλο πρόβλημα τής εγχρωμης φωτογραφίας από καταβολής της). Μπορεί να
πει κανείς οτι δεν περνάει χρόνος χωρίς ανανέωση τού στόλου τών αρνητικών και
θετικών φιλμ τών μεγάλων εταιρειών.
Τα μαυρόασπρα χαρτιά
Θα ήταν κρίμα η βελτίωση τών φιλμ
να μην συνδυασθεί με αντίστοιχη βελτίωση τών μαυρόασπρων χαρτιών. Αποτελεί
μάλιστα ελπιδοφόρο μήνυμα, σε εποχή ποσοτικής κυριαρχίας τής έγχρωμης
φωτογραφίας και με ανερχόμενη την παρουσία τής ψηφιακής εικόνας, οι εταιρείες να
μην εγκαταλείπουν ακόμη τις επενδύσεις πάνω στα μαυρόασπρα υλικά.
Η δειλή προ δεκαετίας παρουσία
τών χαρτιών μεταβλητού κοντράστ έχει πλέον κατακυριεύσει τον χώρο. Η ποιότητα
και ευκολία τους έχει καταστήσει τα χαρτιά σταθερών διαβαθμίσεων παρελθόν,
παρόλο που εξακολουθεί η παραγωγή τους. Με τα χαρτιά μεταβλητού κοντράστ μπορεί
κανείς να κινηθεί σε μια κλίμακα 12 διαβαθμίσεων από 00 μέχρι 5 μέ ενδιάμεσες
θέσεις κι όλες αυτές οι διαβαθμίσεις με το ίδιο κουτί χαρτιού ή πάνω στο ίδιο
χαρτί. Πράγμα που σημαίνει οτι μπορεί κανείς να τυπώσει ένα μέρος τής
φωτογραφίας με σκληρό κοντράστ και ένα άλλο με μαλακό. ΄Η να τυπώσει την ίδια
φωτογραφία στο ίδιο χαρτί με λίγο χρόνο σκληρού κοντράστ (για τα μαύρα) και λίγο
χρόνο χαμηλού κοντράστ (για τις λεπτομέρειες). Κάτι ανάλογο με αυτό που μέχρι
πρότινος μπορούσε να γίνει με δύο εμφανιστές σε δύο λεκάνες. Τα χαρτιά
μεταβλητού κοντράστ ξεκίνησαν ως πλαστικά (RC, δηλ. Resin Coated). Σήμερα πλέον
υπάρχουν και εξαίρετα συμβατικά χαρτιά (FB, δηλ. Fiber Base) μεταβλητού κοντράστ
παράλληλα με τα πλαστικά και όλα συνεχίζουν να βελτιώνονται. Στον αγώνα τού
χαρτιού μεταβλητού κοντράστ έχουν μπει όλες οι εταιρείες και κυρίως οι Ilford,
Agfa και Kodak. Πολύ υψηλό επίπεδο έχουν πετύχει και μικρότερες εταιρείες, όπως
η Ουγγρική Forte ή η γερμανική Tetenal. H αγγλική Kentmere εξακολουθεί να
ξεχωρίζει με τα "ζωγραφικής" υφής χαρτιά της, ενώ η καινούργια ινδική Sterling
προσφέρει χαμηλές τιμές με ανάλογη όμως ποιότητα. Η εταιρεία Ilford, παραδοσιακά
οπαδός τών ουδέτερων, από άποψη χρωμάτων, επιφανειών, εισήγαγε και ένα χαρτί
θερμών τόνων (Multigrade FB Warmtone) παράλληλα με το κλασικό της Multigrade IV
FB ουδέτερων τόνων και RC. Η Agfa με το σήμα Multicontrast διαθέτει τα θαυμάσια
Classic (FB) και Premium (RC). Η Kodak με το σήμα Polymax διαθέτει επίσης
εξαίρετα χαρτιά με ουδέτερη έως ψυχρή βάση.
Τα χημικά
Η εξέλιξη τών χημικών τής
φωτογραφίας δεν έδειξε επαναστατικές αλλαγές. Οι νέες συνταγές κινήθηκαν συχνά
παράλληλα με τις εξελίξεις τών φιλμ, στην προσπάθειά τους να αξιοποιήσουν τις
δυνατότητές τους. Μια τάση που εκφράζεται τελευταία, με κλασικό παράδειγμα τον
νέο εμφανιστή φιλμ τής Kodak X-TOL, είναι η κατασκευή εμφανιστών ικανών να
εμφανίσουν με ποιότητα κάθε φιλμ, με τρόπο χρήσεως πιο φιλικό προς τον χρήστη
και με σεβασμό στο περιβάλλον (οικολογικά).
Τα εμφανιστήρια
Τα εμφανιστήρια, τόσο για τις
έγχρωμες όσο και για τις μαυρόασπρες εκτυπώσεις πλαστικών χαρτιών, έχουν κατά τα
τελευταία χρόνια διαδοθεί και μάλιστα σε μεγέθη που καλύπτουν και τον μεμονωμένο
φωτογράφο. Υπάρχουν μάλιστα και μηχανήματα που μπορούν να κάνουν κάθε λογής
εκτύπωση, από διαφάνειες μέχρι αρνητικά, με την προσθήκη ή αλλαγή εξαρτημάτων
και να παραδίδουν τις φωτογραφίες έτοιμες δηλαδή πλυμένες και στεγνές.
Μηχανήματα σκοτεινού
θαλάμου
Καμμία απολύτως εξέλιξη δεν έχει
παρατηρηθεί στους μεγεθυντήρες και στα λοιπά εξαρτήματα τού σκοτεινού θαλάμου.
Μοναδική εξαίρεση η προσφορά πλέον, σχεδόν από όλες τις μάρκες μεγεθυντήρων,
κεφαλών μεταβλητού κοντράστ, που φέρουν δηλαδή διακόπτη μεταβολής τού κοντράστ
με τη μεσολάβηση φίλτρων magenta και κίτρινου.
Η ψηφιακή εικόνα και
επεξεργασία
Απαιτείται ειδικό σύγγραμμα,
γραμμένο από έμπειρο και ειδικό περί τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φωτογράφο,
για να καλυφθεί το νέο και μεγάλο κεφάλαιο τής ψηφιακής εικόνας. Κάτι τέτοιο δεν
βρίσκεται μέσα στις προθέσεις αυτού τού βιβλίου, ούτε στις δυνατότητες τού
συγγραφέως του. Εν τούτοις, είναι μάλλον σίγουρο, οτι στο όχι τόσο απώτερο
μέλλον ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και τα περιφερειακά του εξαρτήματα θα
αντικαταστήσουν σε μεγάλο βαθμό την χημική φωτογραφία που γνωρίζαμε μέχρι
σήμερα. Για την καλύτερη απόδοση όμως τού σχεδόν νέου αυτού μέσου θα απαιτείται
η σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο γνώσεων ηλεκτρονικών υπολογιστών και γνώσεων
φωτογραφίας.
Το πρώτο στάδιο τής ψηφιακής
εικόνας μπορεί να καλυφθεί από τις νέες ψηφιακές μηχανές, που έχουνε ήδη
κυκλοφορήσει σε μεγάλη ποικιλία, τόσο από τις εταιρείες τών παραδοσιακών
φωτογραφικών μηχανών, όσο και από εταιρείες κατασκευής υπολογιστών. Με τις
μηχανές αυτές μπορεί η λήψη τής φωτογραφίας να γίνεται απευθείας ψηφιακά, ο
φωτογράφος να βλέπει πάραυτα τα αποτελέσματα και με την ίδια ευκολία να
"φορτώνει" τις φωτογραφίες στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η ποιότητα τών εικόνων
αυτών, για την ώρα, δεν πλησιάζει αυτήν τών παραδοσιακών φωτογραφιών, αλλά, όπως
πιστεύεται, δεν θα αργήσει να την φθάσει. Πολύ καλύτερη ποιότητα (σε πολύ
υψηλότερη τιμή αγοράς) προσφέρουν οι ψηφιακές πλάτες, που προορίζονται για
μηχανές μεσαίου και μεγάλου φορμά.
Αν η φωτογραφία γίνεται με
παραδοσιακές μηχανές και φιλμ, απαιτείται ένας σαρωτής (scanner), που θα
μετατρέψει τις φωτογραφίες σε ψηφιακές πληροφορίες με στόχο τη μεταφορά τους
στον ηλεκτρονικό υπολογιστή για αποθήκευση ή εκτύπωση. Το scanner μπορεί να
ψηφιοποιήσει κάθε μέγεθος αρνητικού ή διαφάνειας.
Μετά την ψηφιοποίηση αρχίζει το
στάδιο τής επεξεργασίας. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής μετατρέπεται σε έναν
σκοτεινό θάλαμο με άπειρες δυνατότητες και ευκολίες, χωρίς μάλιστα την
ταλαιπωρία τών χημικών. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής για επεξεργασία εικόνας
πρέπει να διαθέτει μεγάλη μνήμη, γιατί η εικόνα καταλαμβάνει μεγάλο τμήμα της,
καθώς και μια πολύ καλή και μεγάλη οθόνη. Το πιο διαδεδομένο πρόγραμμα
επεξεργασίας είναι το Adobe Photoshop το οποίο συνεχώς εξελίσσεται με νέες
εκδόσεις. Λίγοι είναι οι χρήστες που μπορούν να αξιοποιήσουν όλες τις
δυνατότητες αυτού τού προγράμματος. Βέβαια, ο κίνδυνος είναι να παρασυρθεί ο
φωτογράφος από την προσφορά τόσων δυνατοτήτων και ευκολιών που τού παρέχονται
και να "φλυαρήσει", κάτι που συνήθως αποβαίνει εις βάρος τού έργου. ΄Αλλωστε,
κάτι παρόμοιο συνέβη και με τη χρήση τών υπολογιστών από τους γραφίστες. Εν
τούτοις, αυτό δεν θα είναι παρά η παιδική ασθένεια τής ψηφιακής επεξεργασίας και
πολύ σύντομα οι φωτογράφοι θα περιοριστούν στα πράγματι αναγκαία.
Μετά την επεξεργασία ο φωτογράφος
μπορεί να αποκτήσει, με την βοήθεια ενός εκτυπωτή, μια τελική φωτογραφία. Οι
εκτυπωτές ποικίλλουν σε ποιότητες, είδη και τιμές, με καλύτερους για την ώρα
τους dye sublimation printers. Μπορεί όμως με την βοήθεια ενός film recorder να
αποκτήσει κανείς ένα νέο φιλμ, διορθωμένο, το οποίο θα μπορεί να τυπώσει και με
μια συμβατική μέθοδο. Αν δεν διαθέτει εκτυπωτή, μπορεί να δώσει σε δισκέτα τη
φωτογραφία του να τυπωθεί από εξωτερικό εργαστήριο.
Η ποιότητα τών ψηφιακών εικόνων
συνεχώς βελτιώνεται και η τιμή τών μηχανημάτων συνεχώς μειώνεται. Αυτό άλλωστε
είναι και το σημείο που μπερδεύει πολλούς που διστάζουν ακόμα να μεταπηδήσουν
στην ψηφιακή εικόνα. Από την άλλη βέβαια πλευρά δεν υπάρχει λόγος η ψηφιακή
εικόνα να καταργήσει την χημική. Θα αλλάξουν απλώς οι ρόλοι και θα επιμεριστούν
οι στόχοι.
Οι βιογραφίες και η
βιβλιογραφία
Οι βιογραφίες τών μεγάλων
φωτογράφων στο τέλος τού βιβλίου αποτελούν έναν μικρό φόρο τιμής σε μερικούς
μόνον από τους σημαντικούς καλλιτέχνες τής φωτογραφίας και βέβαια δεν εξαντλούν
ούτε τα σπουδαία ονόματα, ούτε το έργο τών μνημονευομένων. Το ίδιο και η
βιβλιογραφία, που περιλαμβάνει μόνον ένα μικρό μέρος τής βιβλιοθήκης τού
"Φωτογραφικού Κύκλου". Αν ο αναγνώστης επιθυμεί περισσότερες ιστορικές και
αισθητικές πληροφορίες, καθώς και εκτενέστερη βιβλιογραφία, και μάλιστα
σχολιασμένη, θα πρέπει να καταφύγει στο βιβλίο μου "Σκέψεις για τη Φωτογραφία -
Μια προσωπική ανάγνωση τής ιστορίας της" από τις ίδιες εκδόσεις, αλλά και στα
τεύχη τού περιοδικού "Φωτοχώρος" και ειδικά στα τεύχη 3, 6 και 8 που περιέχουν
συμπληρωματική βιβλιογραφία. Πρόκειται για τον κατάλογο τής εκτενέστατης (πλέον
τών 3.000 τόμων) φωτογραφικής βιβλιοθήκης τού "Φωτογραφικού Κύκλου".
Οι πίνακες
Στο τέλος τού βιβλίου
παρατίθενται διάφοροι πίνακες. Πολλά από τα αναφερόμενα προϊόντα έχουν πάψει να
κυκλοφορούν. ΄Αλλα, που εμφανίστηκαν στην αγορά την τελευταία δεκαετία, δεν
αναφέρονται. Δεν είναι απαραίτητο να συμπληρωθούν αυτοί οι πίνακες, οι οποίοι
άλλωστε συνεχώς αλλάζουν με τις προσθαφαιρέσεις προϊόντων. Οι λοιποί πίνακες
ίσχύουν χωρίς αλλαγές. ΄Οσον αφορά τα νέα φιλμ και τα νέα χημικά σε σχέση με
τους χρόνους εμφάνισης, πρέπει να σημειώσουμε οτι σε γενικές γραμμές α) με τη
νέα τεχνολογία δεν σημειώνεται σημαντική διαφορά στους χρόνους ανάμεσα σε φιλμ
διαφορετικής ευαισθησίας αλλά ίδιου τύπου, β) ότι δεν υπάρχουν τόσο σημαντικές
διαφορές ανάμεσα σε εκτύπωση που γίνεται με μεγεθυντήρα συγκεντρωτικό ή
διαχύσεως και γ) οτι δεν χρειάζεται τόσο μεγάλη αύξηση τού χρόνο εμφάνισης για
"πουσάρισμα" όσο κατά το παρελθόν. Τέλος, ας μην ξεχνάμε οτι οι χρόνοι που
δίνουν οι εταιρείες είναι απλώς ενδεικτικοί και συνήθως όλοι οι φωτογράφοι τούς
προσαρμόζουν στις προτιμήσεις τους.
Πλάτων Ριβέλλης
|