|
Η
φωτογραφία και το απαραβίαστο τού ιδιωτικού χώρου
(Άρθρο τού Πλάτωνα Ριβέλλη που
δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο τού 2008 στο ένθετο περιοδικό «Φωτογράφος» τής
εφημερίδας «Καθημερινή»)
Η
φωτογραφία είναι το κατ' εξοχήν μέσο παραβίασης τού ιδιωτικού χώρου. Η
διαπίστωση αυτή καθίσταται ακόμα απειλητικότερη, αν αναλογιστεί κανείς ότι η
διάδοση και η απλούστευση των φωτογραφικών μηχανών έφερε στα χέρια κάθε
ανθρώπου ένα όπλο που κάποτε ήταν προνόμιο ολίγων εξειδικευμένων ατόμων. Είναι
κατά συνέπεια δικαιολογημένη η δυσπιστία τού μέσου ανθρώπου απέναντι σε οποιαδήποτε
απόπειρα φωτογραφικής καταγραφής τού προσώπου του. Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος
τής παραδοσιακής φωτογραφίας αποτελείται από λήψεις ανυποψίαστων ανθρώπων, που
προφανώς δεν είχαν συγκατατεθεί στην αποτύπωση τού προσώπου τους, δεν συνηγορεί
κατ' ανάγκη υπέρ τής αθωότητας τού μέσου ή των αγαθών προθέσεων των φωτογράφων
γενικώς. Πρέπει όμως εν προκειμένω να σημειωθεί, και η σημείωση αυτή να
χρησιμεύσει σαν αφετηρία προβληματισμού, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των
διάσημων φωτογραφιών δρόμου τού φωτογραφικά αθώου παρελθόντος απεικόνιζε
πρόσωπα χαμηλής κοινωνικής τάξης και εξίσου χαμηλών εισοδημάτων, ή πρόσωπα που
λόγω θέσης και προέλευσης δεν θα ήταν εύκολο είτε να δουν τις φωτογραφίες τους
σε μια έκθεση είτε να διαμαρτυρηθούν και να εγείρουν αξιώσεις. Αν μάλιστα
κάποτε η φωτογραφία αποτελούσε παιγνιώδη καινοτομία, σήμερα έχει συνδυασθεί με
πιο σκοτεινά εμπορικά, δημοσιογραφικά ή πολιτικά κίνητρα, τα οποία συνήθως δεν
συμβαδίζουν με την αρχική αθωότητα τού φωτογραφικού μέσου. Στην αρχέγονη φοβία
που προκαλούσε ο διάλογος θανάτου και φωτογραφικής απαθανάτισης, ήρθε να
προστεθεί και η κοινωνική φοβία απέναντι στις πολλαπλές φωτογραφικές εφαρμογές
και στρεβλώσεις. Είναι βέβαια γεγονός ότι στις περισσότερες φωτογραφίες,
παλαιές και σύγχρονες, που περιλαμβάνουν απεικονίσεις ανυποψίαστων ανθρώπων, τα
κίνητρα είναι ευγενή, ενίοτε ανθρωπιστικά και μάλλον τις περισσότερες φορές
αισθητικά. Εντούτοις, ακόμα και μια αθώα ή έστω και κολακευτική αποτύπωση,
συνιστά ένα είδος βιασμού τής προσωπικότητας και τού ατομικού χώρου, έστω και
εξαιτίας τής αίσθησης που έχει ο φωτογραφιζόμενος ότι αυτή τη σύλληψη μιας
ανέμελης και ανυποψίαστης στιγμής του θα την αντικρίσουν πολυάριθμοι άγνωστοι
σε αυτόν θεατές και μάλιστα χωρίς τη θέλησή του. Η ακούσια έκθεση δηλαδή τού
προσώπου του συνιστά από μόνη της μία παραβίαση, έστω και αν η χρήση μιας
συγκεκριμένης φωτογραφίας και η φωτογραφική της προσέγγιση δεν συνιστούν από
μόνες τους ποινικά αδικήματα, όπως θα μπορούσε να είναι η συκοφαντική
δυσφήμιση, η έργω εξύβριση, ή η προσβολή τής προσωπικότητας. Μέρος τού ψυχικού
φορτίου που επιβαρύνει τον φωτογραφιζόμενο πηγάζει από την εικόνα που ο καθένας
έχει για τον εαυτό του, την οποία πολύ συχνά η φωτογραφία έχει τη δύναμη να
ανατρέπει και να διαψεύδει. Κάτι που δεν αναιρείται με την αμερόληπτη και πιστή
καταγραφή, αφού δεν είναι καθόλου απίθανο ο φωτογραφιζόμενος να αποστρέφεται
ακριβώς αυτή την ίδια την πιστότητα τής αποτύπωσης. Ένας απρόσκλητος καθρέφτης,
ο οποίος μάλιστα εκπέμπει την αντανάκλασή του όχι στο πλαίσιο τού ιδιωτικού
αλλά σε εκείνο τού δημόσιου χώρου, μπορεί πολύ εύκολα να τραυματίσει την
προσωπικότητά μας. Άσχετα επομένως από νόμους και αποζημιώσεις η φωτογράφιση
ανυποψίαστων προσώπων, χωρίς δηλαδή τη ρητή ή έστω έμμεση συγκατάθεσή τους,
πρέπει να υπακούει πριν από όλα στις μείζονες αρχές τού σεβασμού και τής
ευγένειας, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχει καμία επαγγελματική ή καλλιτεχνική
δικαιολογία που να μας επιτρέπει να φέρνουμε τον άλλον σε αμηχανία ή να τού
προκαλούμε δυσαρέσκεια. Από κει και πέρα η ευαισθησία και η συνείδηση τού φωτογράφου
αρκούν για να του δείξουν την ιδανική μέση οδό, η οποία και τη φωτογραφία θα
υπηρετήσει και το δικαίωμα τής ατομικότητας θα σεβαστεί.
|