Home arrow Notes arrow Diane Arbus  
 
E-mail

Diane Arbus

 

Τής Γκλόρυς Ροζάκη

Η Diane Arbus γεννήθηκε το 1923 στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς της, Gertrude και David Nemerov, εβραίοι ρωσο-πολωνικής καταγωγής, είχαν αποκτήσει εκεί μια μεγάλη περιουσία από εμπορικές δραστηριότητες. Η Diane Nemerov θα μεγαλώσει σε διάφορα αριστοκρατικά σπίτια κοντά στο Central Park και θα πάει στα καλύτερα σχολεία. Εξαιρετικά ευφυής αλλά εσωστρεφής και μοναχική, εντυπωσιάζει τους δασκάλους της ιδίως με τις καλλιτεχνικές της επιδόσεις. Δεκατεσσάρων χρονών ερωτεύεται τρελά τον Allan Arbus υπάλληλο τού πατέρα της, με τον οποίον παντρεύεται μόλις γίνεται δεκαοκτώ. Εκπλήσσει τους πάντες αρνούμενη να πάει στο πανεπιστήμιο και ανοίγει με τον άντρα της ένα φωτογραφικό στούντιο με το όνομα “Dian and Allan Arbus” με μια ελάχιστη οικονομική βοήθεια από τον πατέρα της. (Ο Arbus είχε ασχοληθεί με την φωτογραφία στη διάρκεια τής στρατιωτικής του θητείας). Θα κάνουν διαφημιστική φωτογραφία για διάφορα περιοδικά και θα γίνουν γνωστοί για την μεθοδική και καθαρή δουλειά τους. Ο άντρας της τής μαθαίνει την τεχνική τής φωτογραφίας, αλλά εκείνη έχει πάντα τις πιο έξυπνες ιδέες. Παράλληλα αρχίζει από νωρίς να φωτογραφίζει από μόνη της με μια Leica και σύντομα η φωτογραφία τής γίνεται πάθος. Το 1956 χωρίζει επαγγελματικά από τον άντρα της για να αφοσιωθεί στη δική της φωτογραφία, πράγμα που θα οδηγήσει τελικά και στον πραγματικό χωρισμό τους και στο διαζύγιο το 1957, γεγονός που θα σημαδέψει βαθιά τη ζωή της. Το 1958 σπουδάζει φωτογραφία στο New School of Social Research με δασκάλα την Lisette Model.

Ακολουθεί μια δεκαπενταετία έντονης φωτογραφικής δραστηριότητας. Όπως και άλλοι σύγχρονοί της φωτογράφοι (συνομήλικοι ή μεγαλύτεροι) οι οποίοι θα γίνουν και φίλοι της (Robert Frank, Louis Faurer, William Klein) η Diane Arbus ζει αποκλειστικά από τη φωτογραφία δουλεύοντας για διάφορα περιοδικά, καθώς και από περιστασιακές υποτροφίες, όπως αυτές τού ιδρύματος Guggenheim. Τα φωτογραφικά βιβλία είναι ακόμα σπάνια και οι φωτογραφικές γκαλερί σχεδόν ανύπαρκτες. Ωστόσο δεν κάνει συμβιβασμούς και φωτογραφίζει όπως εκείνη θέλει. Χρησιμοποιεί τα περιοδικά για την πρόσβαση που τής δίνουν σε χώρους όπου θέλει να φωτογραφίσει για τον εαυτό της. Παρόλο που έχει την τύχη να ζει σε μια εποχή όπου κάποια περιοδικά (όπως το Harper’s Bazaar και το Esquire) κάνουν μεγάλη προσπάθεια για να ανανεώσουν τη φυσιογνωμία τους και να ανταγωνισθούν την ραγδαία εξαπλωνόμενη τηλεόραση δημοσιεύοντας ενίοτε και τη δουλειά νέων φωτογράφων, τα πράγματα δεν είναι πάντα εύκολα και ο αγώνας για τη δημοσίευση είναι συνεχής και σκληρός. Ωστόσο η Diane Arbus δουλεύει ασταμάτητα και με υποδειγματική επιμονή και πειθαρχία, πράγμα που προφανώς οφείλεται στο γνήσιο πάθος της για τη φωτογραφία και για τα θέματα που φωτογραφίζει. Τα τελευταία σχετίζονται όλα με ανθρώπους περιθωριακούς, εκκεντρικούς με παράξενες φυσικές ή επίκτητες ιδιότητες. Το 1962 θα αφήσει τη Leica και θα αρχίσει να δουλεύει με Rollei-Flex. Θα αναπτύξει ένα πολύ ιδιαίτερο φωτογραφικό στυλ με την χρήση τού τετράγωνου φορμά και τού φλας και θα γίνει σύντομα πολύ γνωστή μετά από τις δημοσιεύσεις, τις οποίες συνοδεύει συχνά με δικά της κείμενα. Το 1965 τρεις φωτογραφίες της θα επιλεγούν από τον curator τού Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης τής Νέας Υόρκης John Szarkowski για να εκτεθούν ανάμεσα σε σαράντα άλλες φωτογραφίες (μεταξύ των οποίων, μια τού Wino grand και μία τού Friedlander). Την ίδια χρονιά θα αρχίσει να διδάσκει φωτογραφία στο Parson’s School of Design. Το 1967 θα πάρει μέρος μαζί με τον Wino grand και τον Friedlander στην σημαντική έκθεση με τίτλο “New Documents” που οργανώνει επίσης ο Szarkowski. Η έκθεση αυτή (καθώς και μία άλλη που είχε προηγηθεί στο πανεπιστήμιο Brandeis με φωτογραφίες, μεταξύ άλλων, τού Wino grand και τού Friedlander, θα είναι ίσως ο σημαντικότερος σταθμός στην αμερικάνικη φωτογραφία μετά την έκδοση των «Αμερικανών» του Robert Frank το 1959. Οι φωτογραφίες των τριών φωτογράφων, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, θα γίνουν γνωστές ως «κοινωνικό τοπίο» ή «νέο documentary”και θα επηρεάσουν πολύ τούς σύγχρονους και νεότερους φωτογράφους. Κατά τον Szarkowski οι φωτογραφίες τής Arbus «αποτελούν μία πρόκληση απέναντι στις βασικές θέσεις στις οποίες υποτίθεται ότι βασίζεται το λεγόμενο “documentary”. Ασχολούνται με ιδιωτικές, όχι κοινωνικές, πραγματικότητες... Το αληθινό θέμα τους είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, οι εσωτερικές ζωές αυτών που φωτογραφίζει».

Το 1970 η Arbus φτιάχνει ένα portfolio με δέκα φωτογραφίες της. Το Ιούλιο τού 1971 πεθαίνει αυτοκτονώντας. Το 1972 θα είναι η πρώτη Αμερικανίδα φωτογράφος που παίρνει μέρος στη Biennale τής Βενετίας.

Οι φωτογραφίες τής Diane Arbus με γοητεύουν με ένα περίεργο τρόπο. Παρά τα στοιχεία επανάληψης που παρουσιάζουν καταφέρνουν να μού προξενούν ένα είδος έκπληξης ή καλύτερα ανησυχίας, ταραχής. Και μού δημιουργούν και αντιφατικές επιθυμίες: θέλω να τις αποκρυπτογραφήσω και δεν θέλω. Σα να υπάρχει πάνω τους μία απαγόρευση ή σα να μην έχει τελικά και τόση σημασία. Είναι μια αλήθεια αναμφισβήτητη ότι δεν χρειάζεται να έχεις πληροφορίες για ένα έργο Τέχνης άλλες από αυτές που σού δίνει το ίδιο το έργο. Εκτός αν αυτό το τελευταίο σού υποβάλλει από μόνο του την ανάγκη. Οι φωτογραφίες τής Diane Arbus μοιάζουν αρχικά να περιέχουν μια τέτοια προτροπή («μάθε για μένα») ή έστω το ερωτηματικό «τι παριστάνω;» ή «τι είμαι;». Δεν σ’ αφήνουν όμως να πας παραπέρα. Αισθάνεσαι ότι και να προσπαθήσεις, κάτι πάντα θα σού διαφεύγει κι όσο περισσότερο βλέπεις τις φωτογραφίες της, τόσο υποψιάζεσαι ότι αυτό είναι σκόπιμο, ηθελημένο. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι και τα ίδια τα κείμενα τής Diane Arbus με τα οποία αναγκαστικά συνόδευε τις φωτογραφίες της όταν δημοσιεύονταν σε περιοδικά, παρά την σωρεία πληροφοριών και ανεκδοτολογικών στοιχείων που περιέχουν σχετικά με το θέμα που φωτογραφίζει, δεν εκφράζουν ποτέ κάποια ολοκληρωμένη άποψη ή κρίση γι αυτό. Είναι σα να αποφεύγουν επιμελώς να αποφανθούν. Αλλά ας ξαναγυρίσω στο ζήτημα τής ανησυχίας ή τής ταραχής που, όπως είπα προηγουμένως μού προξενούν οι φωτογραφίες τής Arbus. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τα θέματά της είναι τέτοια που δημιουργούν αναπόφευκτα αυτήν την αίσθηση. Μπορεί δηλαδή να απασχολούν τον θεατή, περισσότερο απ’ ότι άλλες φωτογραφίες , ως περιεχόμενο κυρίως και όχι ως μορφή, ή όπως έλεγε γι αυτές ο Jerry Uelsmann, να «απευθύνονται περισσότερο στο μυαλό παρά στο μάτι». Προσωπικά διαφωνώ πέρα για πέρα με μια τέτοια προσέγγιση των φωτογραφιών τής Arbus. Και συμφωνώ απόλυτα με εκείνο που προφανώς εννοούσε όταν είχε πει σε μια μαθήτριά της σχετικά με μια φωτογραφία τής τελευταίας: «Το θέμα είναι καλύτερο από τη φωτογραφία». Μια παγίδα που η ίδια κατάφερε να αποφύγει, πράγμα ιδιαίτερα αξιέπαινο, αν σκεφτεί κανείς την έντονη παρουσία των θεμάτων της. Νομίζω ότι η Diane Arbus έδινε μεγάλη σημασία στη φόρμα, με ό,τι ποικίλο, ακαθόριστο ή απρόβλεπτο ο όρος αυτός μπορεί να σημαίνει για μια φωτογραφία. (Είχε πει κάποτε σχετικά με τη σύνθεση, ότι «υπάρχει κάτι σαν μια έννοια τού σωστού και τού λανθασμένου. Κάποτε μ’ αρέσει το πρώτο, άλλοτε το δεύτερο. Κάπως έτσι έχει το πράγμα με τη σύνθεση»). Ότι την απασχολούσε πολύ η μορφή τής φωτογραφίας φαίνεται πάντως και από το γεγονός ότι απέρριπτε συνεχώς την συντριπτική πλειοψηφία των φωτογραφιών της και κρατούσε ελάχιστες. (Από ένα πρόχειρο υπολογισμό που έκανα βρήκα ότι τα 15 χρόνια τής κυρίως φωτογραφικής της δουλειάς πρέπει να έβγαζε κατά μέσο όρο 2 ½ φιλμ την ημέρα. Και είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο portfolio που η ίδια έκανε για να στείλει σε κάποια μουσεία το 1970 απαρτιζόταν από 10 φωτογραφίες μόνον). Δεν πρέπει να μάς ξεγελάει το γεγονός ότι οι φωτογραφίες τής Diane Arbus μοιάζουν συχνά να επαναλαμβάνονται μονότονα ως προς τη μορφή. Αυτό οφείλεται στο ότι αντανακλούν πάντα την ίδια εμμονή. Η έμφαση που έδινε στην εικόνα αποδεικνύεται άλλωστε και από το γεγονός ότι αφιέρωνε πάντα πολύ χρόνο και έβγαζε πολλές φωτογραφίες τού θέματός της κάθε φορά. Πιστεύω πραγματικά και θάθελα να το δείξω εδώ, ότι μορφή και περιεχόμενο είναι δύο μεγέθη που η Diane Arbus θεωρεί αλληλένδετα και σέβεται εξίσου. Θα ήθελα να σταθώ για λίγο στη θεματολογία τής Arbus. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το θέμα ως τέτοιο – δηλαδή ως άμεση και συγκεκριμένη αναφορά στον εξωτερικό κόσμο – φαίνεται να κυριαρχεί στο φωτογραφικό της σύμπαν. Για πολλά χρόνια φωτογραφίζει ανθρώπους που εκ γενετής ή από επιλογή αποκλίνουν από το «φυσιολογικό»: νάνους, γίγαντες, ερμαφρόδιτους, τραβεστί, καθυστερημένους, τρελούς, αλλά και άτομα απλώς εκκεντρικά, ή που διάγουν μια ιδιόρρυθμη ζωή (π.χ. γυμνιστές) και ως εκ τούτου περιθωριακά. Είναι επίσης βέβαιο ότι νοιώθει μια ακατανίκητη έλξη και συμπάθεια για τον κόσμο αυτόν. Η ίδια λέει κάπου σχετικά: «Οι freaks» (πολύ δύσκολο να αποδοθεί ελληνικά, σημαίνει βασικά τα άτομα με κάποια ανωμαλία)... ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που φωτογράφισα και το έβρισκα συναρπαστικό. Τους λάτρευα. Και ακόμα λατρεύω μερικούς από αυτούς. Δεν εννοώ ακριβώς ότι είναι οι καλύτεροί μου φίλοι, αλλά με κάνουν να αισθάνομαι ένα κράμα από ντροπή και δέος. Έχουν μια μυθική διάσταση. Όπως ένα πρόσωπο σε ένα παραμύθι που σε σταματάει και σού ζητάει να απαντήσεις σε ένα αίνιγμα. Οι περισσότεροι άνθρωποι ζούνε όλη τους τη ζωή με το φόβο μήπως τούς συμβεί κάποια τραυματική εμπειρία. Οι freaks γεννήθηκαν με το τραύμα τους. Έχουν περάσει πια τις εξετάσεις τής ζωής. Είναι αριστοκράτες». Τους εκκεντρικούς και τους περιθωριακούς από επιλογή τούς θαυμάζει επειδή είχαν το σθένος να αδιαφορούν για την εκτίμησή τής κοινωνίας. Θαυμάζει κυρίως την πίστη τους και την εμμονή τους στην διαφορετικότητά τους. Τους θεωρεί αυθεντικούς και γενναίους, κάτι που δεν βρίσκει εύκολα στους κοινωνικά «ομοίους» της. «Γεννήθηκα, μάς λέει, πάνω-πάνω στην κλίμακα τού κοινωνικού καθωσπρεπισμού τής μεσαίας τάξης και αμέσως άρχισα να την κατεβαίνω όσο ποιο γρήγορα μπορούσα». Όταν η αγαπημένη της δασκάλα η Lisette Model, την είχε ρωτήσει τι ήθελε να φωτογραφίσει τής είχε απαντήσει «το κακό» (the evil). Πολλοί θεώρησαν ότι μ’ αυτό εννοούσε το κοινωνικά μη αποδεκτό, το απαγορευμένο και η φράση της που παρέθεσα πιο πάνω θα μπορούσε να συνηγορεί μ’ αυτό. Σ’ όλη τη διάρκεια πάντως τής δεκαετίας τού ’60 και στα πλαίσια τόσο τής συνεργασίας της με τα περιοδικά όσο και τής προσωπικής της δουλειάς η Diane Arbus θα φωτογραφίσει ένα πλήθος διαφορετικών θεμάτων. Έχοντας αποτύχει να πείσει το Esquire να δεχτεί ένα project της με θέμα τούς «εκκεντρικούς» «αυτά τα δονκιχωτικά όντα, τα αφοσιωμένα, που πιστεύουν στο αδύνατο και που σφραγίζουν οι ίδιοι τον εαυτό τους με σημάδια ανεξίτηλα», η Diane θα είναι ανεξάντλητη σε προτάσεις για διάφορα άλλα θέματα. Η αλληλογραφία της με τους εκδότες δείχνει έναν άνθρωπο εξαιρετικά ευφυή και καλλιεργημένο, με πολύ λεπτό χιούμορ μ’ έναν παιδικό ενθουσιασμό για τη δουλειά της που αγγίζει τα όρια τής υπερδιέγερσης, έναν άνθρωπο επίσης, επίμονο, πιεστικό, συχνά ειρωνικό αλλά πάντα άψογα ευγενικό. Θα προτείνει αλλά δεν θα δουλέψει πάντα πάνω σ’ αυτά, θέματα όπως τα ανήλικα πιν-απ κορίτσια, οι γυμνιστές, οι οικογένειες, το «στίγμα» τής ομορφιάς, το φιλμάρισμα των πορνοταινιών, οι θανατοποινίτες, τα ψυχιατρεία, κρουαζιέρες για συνοικέσια, κλινικές ομορφιάς, γηροκομεία, μωρά, διάσημες σταρ όπως η Μέι Γουέστ, καθώς και το μάλλον πρωτότυπο θέμα «άνθρωποι που νομίζουν ότι μοιάζουν με άλλους ανθρώπους». Θα ήθελα να τονίσω εδώ παρενθετικά ότι ο τρόπος που δουλεύει τα θέματά της δεν έχει καμιά σχέση με το ρεπορτάζ. Με κανέναν τρόπο δηλαδή δεν κάνει ιστορίες απ’ αυτές που υποτίθεται ότι «εξαντλούν» ένα θέμα. Η Diane Arbus επιζητεί πάντα την μοναδική εικόνα και δίνει στα περιοδικά μία, το πολύ δύο τελικές φωτογραφίες για το κάθε θέμα.

Ο λόγος που επέμεινα κάπως στα θέματά της είναι γιατί θέλω να δείξω ότι πίσω από όλα υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής, τουλάχιστον στον τρόπο που εκείνη τα αντιλαμβάνεται. Νομίζω ότι το «κακό» στην Arbus έχει μια βαθύτερη, υπαρξιακή διάσταση και αυτό είναι που την κινητοποιεί και καλλιτεχνικά. Το κακό είναι οι κρυφές και ανεξιχνίαστες πτυχές τού εαυτού μας και πάνω απ’ όλα, η αδυναμία μας να γνωρίσουμε ο ένας το σκοτεινό σημείο τού άλλου. «Αυτό που προσπαθώ να περιγράψω», είχε πει σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις της, «είναι ότι είναι αδύνατον να βγεις από το πετσί σου και να μπεις στο πετσί τού άλλου. Περί αυτού πρόκειται, λίγο πολύ. Η τραγωδία τού άλλου δεν είναι η ίδια με την δική σου.» οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, δεν το γνωρίζουν αυτό και ζουν με την ψευδαίσθηση τής επικοινωνίας. Ο καθένας φτιάχνει τον δικό του κόσμο και το δικό του προσωπείο και νομίζει ότι και οι άλλοι τον βλέπουν έτσι. «Συμβαίνει το εξής με τους ανθρώπους» λέει στο ίδιο κείμενο. «Θέλουν να μοιάζουν κάπως, αλλά πάντα μοιάζουν με κάτι διαφορετικό, κι οι άλλοι γύρω τους παρατηρούν σ’ αυτούς πάντα αυτό το άλλο... Όλη μας η εμφάνιση μοιάζει να προτρέπει τον κόσμο να μάς δει με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο, αλλά υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που θέλεις να ξέρουν οι άνθρωποι για σένα και σ’ αυτό που δεν μπορείς να τους κάνεις να μην ξέρουν για σένα. Είναι αυτό που πάντα ονόμαζα χάσμα ανάμεσα στην πρόθεση και στο αποτέλεσμα. Υπάρχει μια ειρωνεία στον κόσμο, ότι αυτό που θέλεις δεν βγαίνει ποτέ έξω έτσι όπως το θέλεις. Κι αυτό συχνά φαίνεται πολύ καθαρά σε μια φωτογραφία».

Αυτή η διάσταση στο είναι και στο φαίνεσθαι, αυτή η ανθρώπινη αδυναμία επικοινωνίας που ξεκινά απ’ ό,τι πιο μύχιο διαθέτουμε και φτάνει μέχρι και τα πιο εξωτερικά κύτταρα τής ύπαρξής μας, αυτή η απόλυτη μοναξιά που συχνά καταλήγει σε ένα απελπισμένο και αξιολύπητο φαλτσάρισμα, είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτό που διαπερνάει βαθιά τη σκέψη και το έργο τής Diane Arbus. Είναι η έμμονη ιδέα που συνιστά το θέμα πίσω από όλα τα θέματα που επιλέγει. Με τον φωτογραφικό φακό αποτυπώνει καίρια την ανθρώπινη ψευδαίσθηση που καταρρέει από μόνη της. Οι μάσκες και οι ρόλοι εικονίζονται με τέτοια κλινική ακρίβεια που ταυτόχρονα πέφτουν αφήνοντάς μας αντιμέτωπους με το κενό. Είναι μία μέθοδος που δεν σχολιάζει αλλά αποκαλύπτει.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να επανέλθω σ’ εκείνο που ανέφερα πιο πάνω, στο ότι δηλαδή η φόρμα που επιλέγει η Diane Arbus εξυπηρετεί απόλυτα το περιεχόμενο των φωτογραφιών της. Και κάτι περισσότερο: η εμμονή τού θέματος, δηλαδή η εμμονή τής οπτικής της τού κόσμου, μοιραία οδηγεί σε μιαν εξίσου έντονη εμμονή τής φόρμας και συμπλέκεται μ’ αυτήν, τόσο που το ένα να μην ξεχωρίζει πια από το άλλο.

Ένας αληθινός καλλιτέχνης (και μην ρωτήσετε τι είναι ακριβώς αυτό) ταυτόχρονα ξέρει απόλυτα τι θέλει να πει, αλλά και συνεχώς ψάχνει και το τι και το πώς. «Εκείνο που έχει σημασία να ξέρεις, μάς λέει η Arbus, είναι ότι ποτέ δεν ξέρεις. Προχωράς πάντα ψηλαφητά». Λέει επίσης: «Εκείνο που βρίσκω συναρπαστικό, σ’ αυτό που λέγεται «τεχνική» - σιχαίνομαι να το λέω έτσι γιατί ακούγεται σα νά ναι κάτι που βγάζουμε από το μανίκι μας – εκείνο που με συγκινεί είναι ότι προέρχεται από κάποιο μυστηριώδες βάθος... από κάποιες βαθιές επιλογές που κάποιος κάνει πολύ αργά και που τον στοιχειώνουν για πάντα. Το να επινοείς (μια τεχνική) είναι βασικά αυτό το λεπτό, αναπόφευκτο πράγμα. Είναι ταυτόχρονα εκατομμύρια επιλογές. Είναι και τύχη, ίσως και κακοτυχία... Αλλά τίποτα δεν γίνεται εν ψυχρώ. Θέλω να πω, αυτό προέρχεται από την ίδια σου την φύση, από την ταυτότητά σου. Όλοι έχουμε μια ταυτότητα. Δεν το αποφεύγει κανείς αυτό. Όλοι έχουμε μια ταυτότητα. Δεν το αποφεύγει κανείς αυτό. Είναι εκείνο που μένει όταν έχεις αφαιρέσει όλα τ’ άλλα.»

Η «επιλογή» τής Arbus εκφράζεται βασικά με το τετράγωνο φορμά, την κλινική και εξονυχιστική προσέγγιση, την απουσία κάθε ανεκδοτολογικού στοιχείου και την παντελή απουσία συναισθήματος. Το ότι ο καθένας ζει μόνος του την τραγωδία του, το ότι δεν καταφέρνει καν να φτάσει σ’ εμάς με την εικόνα που νομίζει ότι έχει, συνιστά μια τόσο απόλυτη μοναξιά που υπερβαίνει κάθε ήσσονα, περιστασιακή κατάσταση. Συνεπώς υπαγορεύει την απουσία οποιουδήποτε συμφραζόμενου, οποιασδήποτε δευτερεύουσας πληροφορίας, καθώς και κάθε συναισθήματος, αφού το μόνο «συναίσθημα» που αυτή η ανθρώπινη κατάσταση μπορεί να εμπνεύσει είναι ίσως ένα σιωπηλό δέος. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι φωτογραφίες τής Arbus προσπαθούν να γενικεύσουν, κάθε άλλο. Η Lisette Model τής είχε μάθει ότι «όσο πιο συγκεκριμένη είναι μία φωτογραφία τόσο πιο γενική γίνεται». Ξοδεύοντας πολύ χρόνο και πολλά φιλμ για κάθε φωτογράφηση, η Diane Arbus συνεργάζεται πάντοτε με τα μοντέλα της, (για να έχει τον «απόλυτο έλεγχο» όπως λέει). Ευγενική και διακριτική στους τρόπους, τα εξέταζε ωστόσο με «άτεγκτη εξονυχιστικότητα» για να φτάσει στην αλήθεια τους. Το γεγονός ότι συχνά φωτογραφίζει τους ανθρώπους στον χώρο τους δεν αναιρεί τα παραπάνω. Ο περιβάλλων χώρος δεν δίνει «έξωθεν» αλλά «έσωθεν» πληροφορίες. Αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα τού μοντέλου. Θα ήθελα να προσθέσω μια τελευταία σκέψη που μού γεννήθηκε γράφοντας αυτές τις γραμμές. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο τής Arbus – όπου η τραγωδία δεν είναι ο ίδιος ο θάνατος αλλά η ίδια η ζωή – αποκτά νόημα αυτό που έλεγε ότι η εκ γενετής απόκλιση από το φυσιολογικό συνιστά μιαν οιονεί εξ αίματος ευγένεια. Είναι ενδιαφέρον ότι απόκλιση γι αυτήν είναι κάθε ακραία κατάσταση ακόμα και η υπερβολική ομορφιά. Πράγματι είχε γράψει κάποτε σ’ έναν εκδότη περιοδικού ότι «αν το καλοσκεφτείς, και η ομορφιά είναι ένα είδος απόκλισης, ένα βάρος, ένα μυστήριο ακόμα και για την ίδια. Αν ποτέ φωτογράφιζα τις «Μεγάλες Ωραίες» νομίζω ότι όπως και τα μωρά θάπρεπε να τις αντιμετωπίσω με την πιο ανελέητη εξεταστικότητα». Όσο για την επίκτητη απόκλιση, δηλαδή τους εκκεντρικούς, καταλαβαίνω ότι για την Diane Arbus η στάση τους έχει κάτι το γενναίο, αλλά και διφορούμενο: μπορεί να συνιστά ένα ακραίο σχόλιο στη ζωή, μιαν απελπισμένη έκκλιση επικοινωνίας ή το εντελώς αντίθετο, δηλ. το κόψιμο κάθε γέφυρας με τον υπόλοιπο κόσμο, την επιδίωξη μιας ακόμα πιο ακραίας μοναξιάς.

Οι φωτογραφίες τής Diane Arbus είναι, το επαναλαμβάνω, αποκαλυπτικές, όχι περιγραφικές. Ο Jack ο Dracula, η Cora Pratt: η Κίβδηλη Κυρία, με κοιτούν μέσα από τον ανεξιχνίαστο κόσμο τους και με καθηλώνουν. Είναι πράγματι αδύνατον να μπω στο πετσί τους. Αλλά δεν έχει σημασία. Οι εικόνες τους αγγίζουν κάτι εξίσου ανεξιχνίαστο μέσα μου. Καταφέρνουμε τελικά να επικοινωνήσουμε, έστω και μ’ αυτή την τυφλή διαδρομή, χάρη στη παρέμβαση τού Έργου.

 
< Prev   Next >
 
contact info

Website built by LimasWebDesign.com